Δεν είναι πια κατρακύλα. Είναι ελεύθερη πτώση χωρίς αλεξίπτωτο, με soundtrack από μεσημεριανά πάνελ και χορηγία από απορρυπαντικά που υπόσχονται να βγάλουν λεκέδες—εκτός από αυτούς που έχουν ποτίσει ανεπανόρθωτα την ελληνική τηλεόραση.

Κάποτε, η τηλεόραση ήταν ένα παράθυρο στον κόσμο. Τώρα είναι ένα παραθυράκι μπάνιου που το ανοίγεις και σε χτυπάει η μπόχα της αποχέτευσης. Και το χειρότερο; Κάποιοι κάθονται εκεί και την εισπνέουν με ύφος γνώστη, σαν να πρόκειται για άρωμα niche που βρήκαν σε concept store στο Κολωνάκι.

Η ελληνική τηλεόραση δεν πέθανε απότομα. Δεν της ήρθε εγκεφαλικό εν ώρα δελτίου. Ξεψύχησε αργά, βασανιστικά, με μικρές δόσεις ευτέλειας, με ενέσεις γελοιότητας και με μεταγγίσεις ανικανότητας. Και κάπου στη διαδρομή, οι άνθρωποι που κάποτε τη στήριζαν—οι δημοσιογράφοι με σπουδές, με άποψη, με παιδεία—βρέθηκαν εκτός κάδρου. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Γιατί, βλέπεις, η τηλεόραση δεν θέλει πια δημοσιογράφους. Θέλει περσόνες. Θέλει σώματα. Θέλει πρόσωπα που δεν ιδρώνουν όταν μιλάνε για τίποτα. Θέλει ανθρώπους που μπορούν να γεμίσουν τρία λεπτά με απόλυτο κενό και να το παρουσιάσουν σαν ανάλυση.

Και κάπως έτσι, φτάσαμε στο σήμερα. Στην εποχή που το πτυχίο δημοσιογραφίας έχει την ίδια αξία με ένα φυλλάδιο προσφορών από σούπερ μάρκετ. Ίσως και λιγότερη, γιατί τουλάχιστον το φυλλάδιο σου λέει πότε έχει φθηνότερο κοτόπουλο.

Οι σπουδαγμένοι δημοσιογράφοι, αυτοί που διάβασαν, που έλιωσαν σε βιβλιοθήκες, που έμαθαν να διασταυρώνουν πληροφορίες, να σέβονται τη γλώσσα και τον θεατή, κάθονται τώρα σπίτι τους. Ή γράφουν δελτία τύπου για εταιρείες που πουλάνε βιταμίνες σε κάψουλες και ελπίδα σε δόσεις. Ή, ακόμα χειρότερα, κάνουν ghostwriting για τους ίδιους εκείνους που κάποτε θα τους ζητούσαν αυτόγραφο.

Και την ίδια στιγμή, στα πάνελ και στα πλατό, παρελαύνουν οι «άλλοι». Τα παιδιά της εύκολης λύσης. Οι επαγγελματίες της επικύψεως—όχι της δημοσιογραφικής, αλλά της άλλης, της πιο… σωματικής, πιο πρακτικής, πιο αποτελεσματικής. Αυτοί που δεν χρειάστηκε να γράψουν ποτέ ένα σωστό κείμενο, αλλά έμαθαν πολύ καλά πώς να γράφουν το όνομά τους σε λίστες εκπομπών.

Δεν είναι ζήλια. Είναι γελοιοποίηση. Γιατί δεν μπορείς να βλέπεις ανθρώπους που δεν μπορούν να συντάξουν μια πρόταση χωρίς να κάνουν τρία λάθη να μιλάνε για «κοινωνικά φαινόμενα» και «πολιτισμικές τάσεις» με ύφος καθηγητή πανεπιστημίου. Δεν μπορείς να ακούς αναλύσεις για γεωπολιτική από ανθρώπους που μπερδεύουν τη Λιθουανία με τη Λαμία.

Και όμως, συμβαίνει. Καθημερινά. Με φυσικότητα. Με θράσος. Με μια αφοπλιστική άγνοια που έχει μετατραπεί σε προτέρημα. Γιατί στην ελληνική τηλεόραση του σήμερα, το να μην ξέρεις δεν είναι μειονέκτημα. Είναι brand.

Όσο λιγότερα ξέρεις, τόσο πιο αυθεντικός φαίνεσαι. Όσο πιο ρηχός είσαι, τόσο πιο «προσβάσιμος» θεωρείσαι. Όσο πιο πρόθυμος είσαι να κάνεις τον εαυτό σου θέαμα, τόσο πιο πολλές πόρτες ανοίγουν—ή, για να είμαστε ειλικρινείς, τόσο πιο πολλά γραφεία βρίσκονται μπροστά σου για να σκύψεις από κάτω τους.

Και κάπου εκεί, η δημοσιογραφία γίνεται παρωδία. Ένα κακόγουστο σκετσάκι που δεν τελειώνει ποτέ. Ένα endless επεισόδιο γελοιότητας όπου οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί: οι σοβαροί είναι εκτός, και οι γελοίοι εντός. Οι μορφωμένοι σιωπούν, και οι άσχετοι φωνάζουν.

Η τηλεόραση έγινε ένα μεγάλο reality χωρίς έπαθλο. Ή μάλλον, με έπαθλο την ίδια τη συμμετοχή. Γιατί πλέον, δεν χρειάζεται να είσαι καλός. Αρκεί να είσαι εκεί. Να φαίνεσαι. Να γελάς δυνατά, να διακόπτεις, να κάνεις «πλάκα», να σχολιάζεις τα πάντα χωρίς να καταλαβαίνεις τίποτα.

Και το κοινό; Το κοινό έχει κουραστεί, αλλά συνεχίζει να βλέπει. Από συνήθεια. Από αδράνεια. Από μια περίεργη ανάγκη να επιβεβαιώσει ότι ναι, υπάρχει κάτι χειρότερο από τη δική του καθημερινότητα.

Αλλά ας μην γελιόμαστε. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αυτοί που εμφανίζονται. Είναι και αυτοί που τους επιλέγουν. Οι διευθυντές προγράμματος που κοιτάνε νούμερα και όχι περιεχόμενο. Οι παραγωγοί που πιστεύουν ότι η ποιότητα είναι πολυτέλεια και η ευκολία είναι στρατηγική. Οι άνθρωποι που έχουν πείσει τον εαυτό τους ότι «ο κόσμος αυτό θέλει».

Όχι. Ο κόσμος δεν θέλει αυτό. Ο κόσμος έμαθε να συμβιβάζεται με αυτό. Είναι διαφορετικό. Είναι σαν να σου σερβίρουν κάθε μέρα το ίδιο άνοστο φαγητό και να σου λένε «αυτό είναι το μενού». Στην αρχή αντιδράς. Μετά το τρως. Και στο τέλος, ξεχνάς ότι υπάρχει και κάτι καλύτερο.

Η ελληνική τηλεόραση δεν αντικατοπτρίζει την κοινωνία. Την υποτιμά. Τη θεωρεί χαζή, επιφανειακή, εύκολη. Και ίσως, με τον καιρό, να την κάνει κιόλας έτσι. Γιατί όταν βομβαρδίζεσαι καθημερινά με ανοησία, κάποια στιγμή την αποδέχεσαι ως κανονικότητα.

Και οι δημοσιογράφοι; Οι πραγματικοί δημοσιογράφοι; Είναι εκεί έξω. Υπάρχουν. Γράφουν ακόμα. Ερευνούν. Αγωνίζονται. Απλώς δεν έχουν μικρόφωνο. Δεν έχουν κάμερα. Δεν έχουν πλατό. Γιατί δεν είναι «τηλεοπτικοί». Δεν είναι αρκετά θορυβώδεις. Δεν είναι αρκετά πρόθυμοι να εκτεθούν. Δεν είναι αρκετά… ευέλικτοι στις επικύψεις.

Και έτσι, η τηλεόραση συνεχίζει. Σαν ένα κακοστημένο θέατρο όπου οι ηθοποιοί δεν ξέρουν τα λόγια τους, ο σκηνοθέτης κοιμάται, και το κοινό έχει ξεχάσει γιατί αγόρασε εισιτήριο.

Το πιο τραγικό δεν είναι ότι η ποιότητα έπεσε. Είναι ότι η μετριότητα έγινε στόχος. Ότι το «λίγο» βαφτίστηκε «αρκετό». Ότι το «τίποτα» παρουσιάζεται ως «κάτι».

Και μέσα σε αυτό το τίποτα, κάποιοι κάνουν καριέρα. Χτίζουν προφίλ. Δίνουν συνεντεύξεις. Μιλάνε για «σκληρή δουλειά» και «προσωπική διαδρομή», λες και το να σκύβεις κάτω από γραφεία είναι μεταπτυχιακό πρόγραμμα.

Η ειρωνεία είναι τόσο παχιά που κόβεται με μαχαίρι. Και όμως, κανείς δεν γελάει. Ή μάλλον, γελάνε—αλλά για τους λάθος λόγους.

Ίσως τελικά η ελληνική τηλεόραση να είναι ο καθρέφτης μιας βαθύτερης παθογένειας. Μιας κοινωνίας που επιβραβεύει το φαίνεσθαι αντί για το είναι. Που προτιμά το εύκολο από το σωστό. Που μπερδεύει τη δημοσιότητα με την αξία.

Ίσως. Ή ίσως απλώς να είναι ένα κακό αστείο που τραβάει πολύ.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι κάπου, σε ένα σπίτι, ένας πραγματικός δημοσιογράφος κοιτάει την οθόνη και αναρωτιέται: «Για αυτό σπούδασα;»

Και η τηλεόραση, από την άλλη πλευρά, του απαντάει σιωπηλά: «Όχι. Αλλά για αυτό επιλέχθηκαν άλλοι.»

Και κάπου εκεί, η αυλαία πέφτει. Ή μάλλον, θα έπρεπε να πέσει. Γιατί προς το παρόν, το έργο συνεχίζεται. Και δυστυχώς, δεν φαίνεται να έχει φινάλε.