Υπάρχει μια ιδιαίτερη μορφή παιδαγωγικής που άνθισε στην ελληνική οικογένεια των δεκαετιών του ’80 και του ’90. Δεν βασιζόταν σε βιβλία, ούτε σε επιστημονικές γνώσεις, ούτε –ο Θεός να μας φυλάει– σε ειλικρίνεια. Βασιζόταν στην πιο παλιά και δοκιμασμένη μέθοδο διαχείρισης δύσκολων θεμάτων: το ψέμα με δημιουργική φαντασία.

Και αν υπάρχει ένα θέμα στο οποίο οι Έλληνες γονείς επέδειξαν φαντασία που θα ζήλευε και ο πιο φιλόδοξος σεναριογράφος, αυτό ήταν το σεξ.

Όχι ότι η λέξη λεγόταν. Μην τρελαθούμε. Η λέξη «σεξ» ήταν περίπου σαν το όνομα του Βόλντεμορτ στο Χάρι Πότερ: δεν προφερόταν. Υπήρχε, αλλά μόνο ως σκιά. Ως υπαινιγμός. Ως κάτι που αιωρείται στον αέρα, σαν τη μυρωδιά από τσιγάρο σε κλειστό δωμάτιο, χωρίς κανείς να παραδέχεται ότι κάποιος καπνίζει.

Στην παιδική ηλικία ζούσαμε μέσα σε μια κοινωνία που έφερνε παιδιά στον κόσμο με αξιοθαύμαστη συχνότητα, αλλά δεν είχε την παραμικρή διάθεση να εξηγήσει πώς ακριβώς συνέβαινε αυτό το θαύμα. Τα μωρά εμφανίζονταν μυστηριωδώς, σαν πακέτα από την Amazon του σύμπαντος.

«Τα φέρνει ο πελαργός», έλεγαν.

Πελαργός. Ένα πουλί με πόδια σαν καλάμια και βλέμμα φοροτεχνικού.

Αργότερα μάθαμε ότι ο πελαργός δεν έκανε delivery μόνο μωρά. Προφανώς είχε και logistics, αποθήκες, ίσως και συνεργασία με κούριερ. Αν υπήρχε τότε το LinkedIn, θα είχε προφίλ: Senior Infant Transportation Manager.

Αλλά ας μην ξεφεύγουμε. Διότι το μεγάλο δράμα ξεκινούσε λίγο αργότερα. Εκεί που αρχίζει η εφηβεία και ο εγκέφαλος αναπτύσσει την ενοχλητική συνήθεια να κάνει ερωτήσεις.

Και φτάνουμε στην εφηβεία.

Η λέξη σεξ ήταν απαγορευμένη. Ότι μαθαίναμε, το μαθαίναμε μόνοι μας, αυτοδίδακτοι, με κάποιον ιδιαίτερο μάλλον ζήλο θα έλεγα στην αυτοδιδασκαλία.

Η αυτοδιδασκαλία εκείνης της εποχής είχε συγκεκριμένες πηγές. Φίλους που ήξεραν «σίγουρα», μεγαλύτερα ξαδέλφια που είχαν δει «κάτι σε μια κασέτα», και εγκυκλοπαιδικές θεωρίες που θύμιζαν περισσότερο αστικούς μύθους παρά βιολογία.

Κάθε σχολείο είχε έναν μαθητή που «τα ήξερε όλα». Συνήθως δεν ήξερε τίποτα, αλλά είχε αυτοπεποίθηση. Και στην εφηβεία η αυτοπεποίθηση είναι ισχυρότερη από την επιστημονική ακρίβεια.

Μια μέρα άκουσα την λέξη Γ-Α-Μ-Η-Σ-Ι.

Την άκουσα ψιθυριστά, σαν κωδικό. Σαν να επρόκειτο για πυρηνικό μυστικό. Δεν ειπώθηκε ολόκληρη. Συλλαβίστηκε. Με εκείνο το ύφος που χρησιμοποιούν οι μεγάλοι όταν νομίζουν ότι προστατεύουν την παιδική αθωότητα, ενώ στην πραγματικότητα καλλιεργούν την περιέργεια σαν θερμοκήπιο.

Ρώτησα να μου πούνε τι είναι.

Η απάντηση ήρθε ακαριαία και με απίστευτη βεβαιότητα:

«Πόλη της Ιαπωνίας.»

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, είναι μια απάντηση που αξίζει λογοτεχνικό βραβείο. Διότι συνδυάζει δύο στοιχεία της ελληνικής γονεϊκής σκέψης: το ψέμα και τη γεωγραφία.

Αλλά εγώ ήθελα και επεξήγηση.

Δεν αρκούσε να ξέρω ότι είναι πόλη. Ήθελα συγκρίσεις. Ιεραρχία. Πολεοδομικό πλαίσιο.

Αν δηλαδή το Τόκυο είναι πιο ωραίο από το Γ-Α-Μ-Η-Σ-Ι.

Ο πατέρας μου, άνθρωπος ευρηματικός, δεν δίστασε ούτε στιγμή.

«Το Τόκυο», μου είπε, «είναι η πρωτεύουσα, ενώ το Γ-Α-Μ-Η-Σ-Ι είναι κάτι σαν τη Θεσσαλονίκη. Συμπρωτεύουσα.»

Κάπου εκεί γεννήθηκε μέσα μου μια γεωπολιτική θεωρία για την Ιαπωνία που δεν θα την τολμούσε ούτε ο πιο φιλόδοξος καθηγητής διεθνών σχέσεων.

Φανταζόμουν μια χώρα με δύο κέντρα εξουσίας: το Τόκυο, λαμπερό, τεχνολογικό, γεμάτο νέον φώτα και επιχειρηματίες. Και το Γ-Α-Μ-Η-Σ-Ι, πιο χαλαρό, πιο βόρειο, με φοιτητές, καφέδες και ίσως λίγο μπουγάτσα.

Ευτυχώς όταν στο μάθημα της Γεωγραφίας αναφερθήκαμε στην Ιαπωνία, ήξερα τα πάντα γύρω από το σεξ.

Δηλαδή, έτσι νόμιζα.

Διότι όταν ένας έφηβος μαθαίνει για το σεξ μέσα από ψέματα, μισές αλήθειες και φήμες σχολικού διαλείμματος, δημιουργεί ένα γνωστικό σύμπαν που θυμίζει περισσότερο θεωρίες συνωμοσίας παρά ανθρώπινη αναπαραγωγή.

Στο μυαλό μας το σεξ ήταν κάτι ανάμεσα σε μυστική τελετή, αθλητικό άθλημα και πιθανή ποινική παράβαση.

Και όλα αυτά επειδή οι μεγάλοι είχαν αποφασίσει ότι η σιωπή είναι η καλύτερη μορφή εκπαίδευσης.

Στο σπίτι γύρισα έξαλλος.

«Ρε μπαμπά, τι ψεύδη είναι αυτά;»

Η λέξη «ψεύδη» ακούστηκε σχεδόν αρχαιοπρεπής, σαν να βγήκε από τραγωδία του Ευριπίδη.

Ο πατέρας μου δεν φάνηκε ιδιαίτερα ταραγμένος.

«Ρε παιδάκι μου», μου λέει, «τι να σου έλεγα;»

Και εκεί, με την ηρεμία ενός ανθρώπου που έχει αποδεχτεί πλήρως την ελληνική παιδαγωγική παράδοση, έδωσε την τελική του εξήγηση:

«Και στο κάτω κάτω όσο πιο αργά μάθεις τη συμπρωτεύουσα, τόσο πιο πολύ θα την εκτιμήσεις.»

Αυτή είναι ίσως η πιο ελληνική φράση που ειπώθηκε ποτέ για το σεξ.

Διότι περιέχει όλη τη φιλοσοφία της χώρας: απόκρυψη, αμηχανία, και στο τέλος μια σοφία καφενείου που προσπαθεί να δώσει νόημα στο χάος.

Η γενιά μας μεγάλωσε μέσα σε αυτή τη διπλή πραγματικότητα.

Από τη μία πλευρά μια κοινωνία γεμάτη υπαινιγμούς. Τραγούδια με υπονοούμενα, ανέκδοτα που τελείωναν με «και μετά έγινε χαμός», τηλεοπτικές σκηνές που κόβονταν απότομα πριν γίνει οτιδήποτε.

Από την άλλη πλευρά, απόλυτη σιωπή όταν το θέμα γινόταν πραγματικό.

Κανείς δεν εξηγούσε τίποτα. Απλώς θεωρούσαν ότι κάποια στιγμή θα «το μάθεις».

Σαν να επρόκειτο για φυσικό φαινόμενο.

Σαν τη βαρύτητα.

Μια μέρα απλώς θα ξυπνήσεις και θα καταλάβεις.

Η αλήθεια είναι ότι τελικά το μαθαίναμε. Όχι χάρη στους γονείς, αλλά παρά τους γονείς.

Το μαθαίναμε από φίλους, από περιοδικά που περνούσαν λαθραία από χέρι σε χέρι, από βιντεοκασέτες που είχαν δει κάποιοι μεγαλύτεροι και περιέγραφαν με ακρίβεια χειρουργού και φαντασία ποιητή.

Το αποτέλεσμα ήταν μια γενιά που έμαθε το σεξ σαν να αποκωδικοποιεί αρχαίο χειρόγραφο.

Με εικασίες.

Με δοκιμές.

Με πολλές, πάρα πολλές παρεξηγήσεις.

Και μέσα σε όλο αυτό, οι γονείς συνέχιζαν να πιστεύουν ότι η άγνοια προστατεύει την αθωότητα.

Είναι μια θεωρία που θα είχε ενδιαφέρον αν δεν είχε ήδη καταρρεύσει ιστορικά.

Διότι η άγνοια δεν προστατεύει τίποτα. Απλώς μετατρέπει την περιέργεια σε εμμονή.

Όταν κάτι είναι απαγορευμένο, γίνεται πιο ελκυστικό. Όταν είναι μυστικό, γίνεται μύθος.

Και έτσι το σεξ, αντί να είναι απλώς μια φυσική πλευρά της ανθρώπινης ζωής, μετατράπηκε σε μια μυθική «συμπρωτεύουσα».

Ένα μέρος για το οποίο όλοι μιλούσαν, αλλά κανείς δεν εξηγούσε πού βρίσκεται.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, η ιστορία με την ιαπωνική πόλη είναι σχεδόν συμβολική.

Διότι αυτό ακριβώς ήταν το σεξ για την ελληνική οικογένεια: μια μακρινή γεωγραφική περιοχή που καλύτερα να μην εξερευνήσεις πολύ νωρίς.

Μείνε στο Τόκυο. Στην πρωτεύουσα της αθωότητας.

Η συμπρωτεύουσα μπορεί να περιμένει.

Και όταν τελικά την ανακαλύψεις μόνος σου, ίσως την εκτιμήσεις περισσότερο.

Ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι εκείνη η γενιά γονιών θα μπορούσε άνετα να εργαστεί σε διπλωματικές υπηρεσίες.

Διότι κανείς δεν διαχειρίστηκε το ζήτημα του σεξ με τόση δημιουργική ασάφεια.

Με τόση φαντασία.

Με τόση αποφασιστικότητα να πει οτιδήποτε εκτός από την αλήθεια.

Και κάπως έτσι μεγαλώσαμε.

Μια γενιά που έμαθε τη γεωγραφία της Ιαπωνίας πριν μάθει τη γεωγραφία του σώματος.

Μια γενιά που κατάλαβε πολύ νωρίς ότι οι μεγάλοι δεν ξέρουν πάντα τι κάνουν.

Και κυρίως μια γενιά που συνειδητοποίησε ότι πίσω από κάθε οικογενειακό ψέμα κρύβεται μια απλή αλήθεια:

Οι γονείς δεν φοβούνται το σεξ.

Φοβούνται την κουβέντα για το σεξ.

Και έτσι, αντί για μάθημα βιολογίας, μας πρόσφεραν μάθημα γεωγραφίας.

Με πρωτεύουσα το Τόκυο.

Και με μια μυστηριώδη συμπρωτεύουσα που λέγεται Γ-Α-Μ-Η-Σ-Ι. 😏