Υπάρχει ένα σπάνιο, σχεδόν εξωτικό είδος ανθρώπου που ευδοκιμεί μόνο σε συγκεκριμένα οικοσυστήματα: σε roof gardens με θέα την Ακρόπολη, σε εγκαίνια που μυρίζουν prosecco και δημόσιες σχέσεις, σε καλοκαιρινά events όπου το dress code είναι «χαλαρή πολυτέλεια με έντονη απελπισία». Είναι η Ελληνίδα socialite — ή, για να είμαστε ακριβείς, η αυτοανακηρυγμένη socialite. Εκείνη που δεν είναι γνωστή για κάτι συγκεκριμένο, αλλά είναι παντού. Και φυσικά, ποτέ μόνη.
Γιατί η socialite δεν υπάρχει χωρίς φίλους. Ή μάλλον — χωρίς φίλους.
Αυτή η λέξη, τόσο φορτισμένη, τόσο κακοποιημένη, τόσο ξεχειλωμένη σαν φθηνό lycra από fast fashion boutique της Κηφισιάς, αποκτά ένα εντελώς νέο νόημα όταν περνά από το φίλτρο της ελληνικής showbiz. Εκεί, η φιλία δεν είναι συναίσθημα. Είναι επένδυση. Είναι currency. Είναι ένα είδος κοινωνικού bitcoin που ανεβαίνει και πέφτει ανάλογα με τα stories, τα tags και τα τραπέζια στα οποία κάθεσαι.
Και κάπου εδώ ξεκινά η μεγάλη παρεξήγηση: οι φιλίες δεν είναι φιλίες. Είναι λυκοφιλίες με καλύτερο φωτισμό.
Το πρώτο στάδιο: «Σε αγαπώ, ψυχή μου»
Η αρχή κάθε τέτοιας σχέσης είναι πάντα εκρηκτική. Σχεδόν ερωτική. Δύο γυναίκες (ή και άντρες, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς, το άθλημα παίζεται κυρίως σε γυναικεία γήπεδα) συναντιούνται σε ένα event. Ανταλλάσσουν βλέμματα που λένε «σε χρειάζομαι» χωρίς να το λένε. Μέσα σε πέντε λεπτά έχουν γίνει “love”.
«Πού ήσουν όλη μου τη ζωή;»
«Δεν ξέρω πώς δεν γνωριζόμασταν!»
«Είσαι ακριβώς αυτό που έψαχνα!»
Στην πραγματικότητα, αυτό που έψαχναν ήταν:
– μία με περισσότερους followers
– μία με πρόσβαση σε PR lists
– μία με φίλους πιο “πάνω” στην αλυσίδα τροφής
Αλλά η αλήθεια δεν γράφεται ποτέ στα captions.
Ακολουθούν τα πρώτα stories: αγκαλιές, φιλιά στον αέρα, φίλτρα που σβήνουν όχι μόνο τις ρυτίδες αλλά και κάθε ίχνος ειλικρίνειας. Hashtags όπως #sisters, #soulmate, #mytribe. Ένα tribe που δημιουργήθηκε σε λιγότερο χρόνο απ’ όσο χρειάζεται να φορτώσει ένα Uber Black.
Το δεύτερο στάδιο: Συμβιωτική εκμετάλλευση
Η φιλία πλέον έχει εδραιωθεί. Δηλαδή, έχει αρχίσει να αποδίδει.
Η μία καλεί την άλλη σε events — όχι γιατί τη θέλει, αλλά γιατί χρειάζεται να φαίνεται ότι ανήκει κάπου. Η άλλη ανταποδίδει με tags. Είναι ένα άτυπο συμβόλαιο: «θα σε δείχνω αν με δείχνεις».
Κάπου εδώ αρχίζει και το πραγματικό παιχνίδι:
– Ποια θα καθίσει πιο κοντά στον “important”;
– Ποια θα μπει στο πιο καλό πλάνο;
– Ποια θα πάρει την καμπάνια;
Οι αγκαλιές συνεχίζονται. Τα χαμόγελα πλαταίνουν. Τα μαχαίρια ακονίζονται σιωπηλά.
Γιατί, βλέπεις, η λυκοφιλία δεν είναι ποτέ επιθετική στην αρχή. Είναι ευγενική. Είναι γλυκιά. Είναι εκείνο το “κουκλίτσα μου” που ειπώθηκε με τόση αγάπη, που σχεδόν δεν κατάλαβες ότι μέσα του έκρυβε μια μικρή, κοφτερή λεπίδα.
Το τρίτο στάδιο: Οι μικρές ρωγμές
Κάθε σχέση, ακόμα και η πιο ψεύτικη, περνά κρίση.
Κάποια στιγμή:
– η μία δεν κάνει repost
– η άλλη ξεχνά να καλέσει σε ένα τραπέζι
– μια συνεργασία πάει στη “φίλη”
Και εκεί, η αγάπη αρχίζει να τρίζει.
«Δεν πειράζει, μωρέ…»
(πειράζει)
«Χάρηκα τόσο για σένα!»
(δεν χάρηκα καθόλου)
«Είσαι μοναδική!»
(είσαι απειλή)
Η επικοινωνία γίνεται πιο προσεκτική. Τα emojis λιγοστεύουν. Τα θαυμαστικά αντικαθίστανται από τελείες. Και, όπως κάθε μεγάλη τραγωδία, όλα ξεκινούν από κάτι μικρό και ασήμαντο. Ένα story που δεν έγινε. Ένα βλέμμα που δεν δόθηκε. Μια πρόσκληση που δεν ήρθε.
Το τέταρτο στάδιο: Το ξεκατίνιασμα με φίλτρο
Η ρήξη δεν έρχεται ποτέ ευθέως. Δεν είμαστε χωριό. Είμαστε showbiz.
Η σύγκρουση εκδηλώνεται με:
– παθητικοεπιθετικά quotes
– stories με νόημα («να θυμάσαι ποιος ήταν δίπλα σου»)
– unfollow που γίνεται πιο δραματικό κι από διαζύγιο
Και φυσικά, το απόλυτο όπλο: η σιωπή.
Ξαφνικά, δύο άνθρωποι που πριν από έναν μήνα δήλωναν “soulmates”, συμπεριφέρονται σαν να μην γνωρίστηκαν ποτέ. Σαν να ήταν ένα κακό όνειρο με χορηγό κάποιο beauty brand.
Και τότε αρχίζει το πραγματικό θέαμα.
Το πέμπτο στάδιο: Η ανακατανομή του κοινωνικού κεφαλαίου
Όταν μια λυκοφιλία πεθαίνει, δεν αφήνει πίσω της συναισθήματα. Αφήνει κενά. Και τα κενά πρέπει να καλυφθούν.
Οι “κοινοί φίλοι” διαλέγουν στρατόπεδα. Όχι με βάση την αλήθεια. Με βάση τη χρησιμότητα.
«Ποια έχει περισσότερη επιρροή;»
«Ποια μπορεί να με βοηθήσει;»
«Ποια είναι πιο “ανερχόμενη”;»
Και κάπως έτσι, το κοινωνικό οικοσύστημα αναδιαμορφώνεται. Σαν reality show χωρίς κάμερες, αλλά με πολύ καλύτερο styling.
Οι άντρες του παιχνιδιού
Ας μην αδικούμε το φύλο. Οι άντρες υπάρχουν — απλώς παίζουν διαφορετικά.
Είναι οι «κολλητοί» που σε αποκαλούν “brother” και σε θάβουν με χειρουργική ακρίβεια σε κάθε τραπέζι. Είναι οι “networkers” που χαμογελούν σαν να σε αγαπούν, ενώ ήδη έχουν στείλει μήνυμα στον επόμενο.
Οι αντρικές λυκοφιλίες δεν έχουν τόση δραματουργία. Έχουν περισσότερη στρατηγική. Είναι λιγότερο σαπουνόπερα και περισσότερο corporate thriller.
Αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: καμία σχέση δεν είναι αυτό που φαίνεται.
Η μεγάλη αλήθεια που δεν λέγεται ποτέ
Κάπου ανάμεσα στα stories, τα events και τα “σε λατρεύω”, υπάρχει μια αλήθεια που κανείς δεν τολμά να πει:
Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους δεν είναι φίλοι. Είναι συνεργάτες χωρίς συμβόλαιο.
Συναντιούνται όχι γιατί έχουν κοινά βιώματα, αλλά γιατί έχουν κοινά συμφέροντα. Δεν μοιράζονται στιγμές — μοιράζονται exposure.
Και όταν το exposure τελειώσει, τελειώνει και η σχέση.
Και όμως… υπάρχει κάτι ανθρώπινο μέσα σε όλο αυτό
Το πιο ειρωνικό; Πίσω από όλο αυτό το θέατρο, υπάρχει μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη: να ανήκεις κάπου.
Ακόμα κι αν αυτό το “κάπου” είναι ψεύτικο.
Ακόμα κι αν οι άνθρωποι γύρω σου είναι προσωρινοί.
Ακόμα κι αν οι αγκαλιές είναι για το φακό.
Γιατί, τελικά, η socialite δεν φοβάται τη μοναξιά. Φοβάται την αορατότητα.
Και η φιλία — ακόμα και η πιο ψεύτικη — είναι ένας τρόπος να υπάρχεις.
Επίλογος: Στην υγειά των λυκοφίλων
Ας μην τους κρίνουμε πολύ αυστηρά. Οι λυκοφιλίες δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της showbiz. Απλώς εκεί φαίνονται πιο έντονα, πιο καθαρά, πιο… instagrammable.
Είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που έχει μάθει να μετρά την αξία σε likes, σε προσκλήσεις, σε τραπέζια πρώτης σειράς.
Και ίσως, βαθιά μέσα μας, όλοι έχουμε υπάρξει λίγο socialites. Έχουμε πει ένα “σε αγαπώ” που δεν εννοούσαμε. Έχουμε κρατήσει μια σχέση γιατί μας συνέφερε. Έχουμε χαμογελάσει σε κάποιον που δεν αντέχαμε.
Η διαφορά είναι ότι εμείς δεν το ανεβάσαμε story.
Ή, τουλάχιστον, όχι ακόμα.
