Αν ένας εξωγήινος προσγειωνόταν σήμερα στην Ελλάδα και περνούσε δύο εβδομάδες παρακολουθώντας τηλεόραση, Instagram, TikTok και κοσμικές στήλες- ξερνάω πεταλούδες με τις κοσμικιές της Ελλάδας!!!, θα κατέληγε σε ένα πολύ συγκεκριμένο συμπέρασμα:
Οι Έλληνες ανακάλυψαν ξαφνικά τη σαλάτα.
Όχι απλώς τη σαλάτα. Την αγάπησαν. Την ερωτεύτηκαν. Της αφιέρωσαν τη ζωή τους.
Μέσα σε λίγους μήνες, άνθρωποι που για χρόνια είχαν σχέση με το φαγητό αντίστοιχη με αυτή που είχε ο Ωνάσης με τα πλοία, μεταμορφώθηκαν σε γκουρού της ισορροπημένης διατροφής. Μαρές σοβαρευτείτε λίγο, βελάξανε τα μαχαιροπίρουνα της κουζίνας σας στα γέλια!
Οι ίδιοι άνθρωποι που φωτογραφίζονταν κάθε βράδυ με μακαρονάδες, burgers, cocktails, επιδόρπια τριών επιπέδων και τραπέζια που έμοιαζαν με κατάλογο γάμου, εμφανίζονται ξαφνικά με πρόσωπα κομμένα σε γωνίες, σώματα μισά από ό,τι θυμόμασταν και δηλώσεις που θα έκαναν ακόμη και έναν διαιτολόγο να δακρύσει από συγκίνηση. Μα έχετε καταντήσει πχια λες και έχετε πάρει επιδότηση ΕΣΠΑ για αναστήλωση.
«Απλώς πρόσεξα λίγο.»
«Έκοψα τη ζάχαρη.»
«Άρχισα να περπατάω.»
«Πίνω περισσότερο νερό.»
«Άκουσα το σώμα μου.»
Το σώμα σου, αγάπη μου, επί δεκαπέντε χρόνια σου φώναζε να σταματήσεις τα midnight σουβλάκια. Δεν το άκουγες. Τώρα ξαφνικά απέκτησες πνευματική σύνδεση μαζί του;
Η αλήθεια είναι ότι ζούμε μια από τις πιο διασκεδαστικές περιόδους συλλογικής υποκρισίας που έχει γνωρίσει η ελληνική κοινωνία.
Γιατί δεν είναι η χρήση της Mounjaro που προκαλεί εντύπωση.
Η υποκρισία προκαλεί.
Η ανάγκη να συμμετέχουμε όλοι σε μια παράσταση όπου κανείς δεν λέει αυτό που όλοι γνωρίζουν.
Είναι σαν να βρισκόμαστε σε μια τεράστια αίθουσα γεμάτη καπνό και να συζητάμε επί ώρες αν υπάρχει φωτιά.
Και το πιο αστείο;
Όλοι ξέρουμε ότι υπάρχει. Απλώς κανείς δεν θέλει να το πει. Γιατί στην Ελλάδα δεν μας ενδιαφέρει τόσο η πραγματικότητα. Μας ενδιαφέρει η βιτρίνα της πραγματικότητας.
Δεν μας απασχολεί τι κάνεις.
Μας απασχολεί τι λες ότι κάνεις.
Αν λοιπόν πεις ότι αδυνάτισες με Mounjaro, είσαι ύποπτος.
Αν πεις ότι αδυνάτισες τρώγοντας κινόα και κάνοντας διαλογισμό με πανσέληνο, γίνεσαι πρότυπο ζωής.
Και κάπως έτσι, ολόκληρη η χώρα έχει μετατραπεί σε ένα τεράστιο θέατρο.
Ένα reality χωρίς κάμερες.
Ένα παιχνίδι όπου όλοι γνωρίζουν τον νικητή αλλά προσποιούνται ότι δεν ξέρουν τους κανόνες.
Βλέπεις ανθρώπους να χάνουν δεκαπέντε, είκοσι, τριάντα κιλά σε χρόνο που δεν φτάνει ούτε για να βγάλεις δίπλωμα οδήγησης.
Και όταν τους ρωτάς πώς τα κατάφεραν, σου απαντούν με ύφος μοναχού που μόλις κατέβηκε από το Άγιο Όρος.
«Πειθαρχία.»
Πειθαρχία.
Η πιο αγαπημένη λέξη των ανθρώπων που δεν θέλουν να εξηγήσουν τίποτα.
Πειθαρχία.
Η λέξη που χρησιμοποιείται πλέον τόσο συχνά όσο το «καλημέρα».
Πειθαρχία.
Λες και ανακάλυψαν ξαφνικά την εσωτερική δύναμη που τους έλειπε επί σαράντα χρόνια.
Λες και μέχρι πέρυσι κάποιος τους κρατούσε δέσμιους μπροστά από ένα ψυγείο.
Και βέβαια, οι μεγαλύτεροι πρωταγωνιστές αυτού του έργου δεν είναι οι απλοί άνθρωποι.
Είναι οι τηλεοπτικές περσόνες.
Οι επαγγελματίες διάσημοι- όχι αλήθεια τώρα. Όταν ακούω επάγγελμα Influencer θέλω να βγάλω το Birkenstock και να σας στείλω με διάσειση στον Ευαγγελισμό ή όποιο τέλος πάντων εφημερεύει εδώ στην ψωροκώσταινα την Ελλάδα.
Οι άνθρωποι που δεν είναι γνωστοί επειδή έκαναν κάτι σπουδαίο αλλά επειδή εμφανίζονται συχνά αρκετά ώστε να θυμόμαστε τα ονόματά τους.
Οι τηλεοπτικές γλάστρες.
Αυτή η σπάνια κατηγορία οργανισμών που επιβιώνει αποκλειστικά από φωτογραφήσεις, δημόσιες εμφανίσεις και συνεντεύξεις όπου δεν λέγεται ποτέ τίποτα.
Αυτοί είναι οι νέοι προφήτες της υγιεινής ζωής.
Αυτοί που μέχρι χθες διαφήμιζαν νυχτερινά κέντρα και σαμπάνιες, σήμερα δίνουν συμβουλές ευεξίας. Αυτοί που έβγαζαν φωτογραφίες δίπλα σε τραπέζια που μπορούσαν να ταΐσουν χωριό διακοσίων κατοίκων, τώρα μας εξηγούν τη σημασία του μέτρου.
Και το κοινό τους κοιτάζει σαν να παρακολουθεί ντοκιμαντέρ του National Geographic.
Με δέος.
Με θαυμασμό.
Με απορία.
Κανείς όμως δεν τολμά να κάνει την πιο απλή ερώτηση.
«Μήπως υπάρχει κάτι που δεν μας λες;»
Όχι γιατί δεν γνωρίζει την απάντηση.
Αλλά γιατί η απάντηση θα χαλούσε την ψευδαίσθηση.
Και η σύγχρονη κοινωνία λατρεύει τις ψευδαισθήσεις.
Τις χρειάζεται.
Τις καταναλώνει.
Τις αγοράζει.
Τις ακολουθεί.
Τις κάνει like.
Η αλήθεια είναι πολύ βαρετή.
Η αλήθεια λέει ότι οι άνθρωποι ψάχνουν λύσεις.
Γρήγορες λύσεις.
Άμεσες λύσεις.
Αποτελεσματικές λύσεις.
Όπως έκαναν πάντα.
Όπως θα κάνουν πάντα.
Δεν υπάρχει τίποτα περίεργο σε αυτό.
Το περίεργο είναι ότι συνεχίζουμε να ντρεπόμαστε γι’ αυτές.
Ζούμε σε μια εποχή όπου μπορείς να δημοσιεύσεις δημόσια κάθε λεπτομέρεια της ζωής σου.
Τι έφαγες.
Πού πήγες.
Με ποιον κοιμήθηκες.
Τι φόρεσες.
Πόσο κόστιζε.
Ποιο φίλτρο χρησιμοποίησες.
Αλλά δεν μπορείς να πεις ότι πήρες ένα φάρμακο για να χάσεις βάρος.
Εκεί ξαφνικά αρχίζει η μυστικοπάθεια.
Εκεί πέφτει σιωπή.
Εκεί εμφανίζεται η εθνική μας ειδικότητα.
Η συγκάλυψη.
Και όσο περισσότεροι αδυνατίζουν, τόσο περισσότερο διογκώνεται το θέατρο.
Μοιάζει σαν να έχει σπάσει μια δεξαμενή και ολόκληρη η χώρα να κολυμπάει μέσα της.
Όχι απλώς να κολυμπάει.
Να κάνει μακροβούτια.
Να κάνει πεταλούδα.
Να κάνει συγχρονισμένη κολύμβηση.
Να διοργανώνει παγκόσμιο πρωτάθλημα.
Και παρ’ όλα αυτά να επιμένει ότι δεν υπάρχει νερό.
«Ποιο βαρέλι;»
«Ποια δεξαμενή;»
«Ποια Mounjaro;»
«Εγώ απλώς έκοψα το βραδινό.»
Βεβαίως.
Και ο Παρθενώνας χτίστηκε από δύο μαστόρους σε ένα Σαββατοκύριακο.
Το πιο αστείο όμως δεν είναι οι διάσημοι.
Δεν είναι οι influencers.
Δεν είναι οι παρουσιάστριες.
Δεν είναι οι τηλεοπτικοί μαϊντανοί.
Είναι οι υπόλοιποι.
Εμείς.
Οι απλοί άνθρωποι.
Γιατί γελάμε με τους άλλους ενώ κάνουμε ακριβώς το ίδιο.
Κρίνουμε την υποκρισία ενώ τη συντηρούμε.
Κοροϊδεύουμε το ψέμα ενώ το ανταμείβουμε.
Αγαπάμε τόσο πολύ το παραμύθι ώστε θυμώνουμε όταν κάποιος μας λέει την αλήθεια.
Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η ζωή λειτουργεί σαν παραμύθι.
Ότι όλα είναι θέμα θέλησης.
Ότι όλα είναι θέμα χαρακτήρα.
Ότι όλα είναι θέμα αποφασιστικότητας.
Είναι μια ωραία ιστορία.
Πολύ ωραία.
Μόνο που συνήθως δεν είναι αληθινή.
Και η πραγματικότητα, όσο λιγότερο ρομαντική κι αν είναι, έχει ένα πλεονέκτημα.
Υπάρχει.
Γι’ αυτό ίσως η πιο κουραστική πλευρά όλης αυτής της ιστορίας δεν είναι το φάρμακο.
Είναι η υποκρισία.
Δεν κουράζει η ένεση.
Κουράζει η παράσταση.
Δεν κουράζει η απώλεια βάρους.
Κουράζει το παραμύθι που τη συνοδεύει.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, κανείς δεν σοκάρεται πραγματικά από τη χρήση. Σοκάρεται μόνο από την παραδοχή. Και αυτό λέει πολλά για εμάς.
Για μια κοινωνία που προτιμά να ζει μέσα σε έναν καθρέφτη παρά μπροστά σε ένα παράθυρο.
Για μια κοινωνία που λατρεύει τις μεταμορφώσεις αλλά μισεί τις εξηγήσεις.
Για μια κοινωνία που επιμένει να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της τη στιγμή που το υπόλοιπο σώμα έχει ήδη πέσει ολόκληρο μέσα στο βαρέλι.
Και καθώς περνά ο καιρός, το μόνο ερώτημα που μένει είναι ένα:
Όχι πόσα κιλά χάθηκαν.
Όχι ποιος έκανε την ένεση.
Όχι ποιος λέει ψέματα.
Αλλά πόση ακόμα υποκρισία μπορεί να αντέξει αυτός ο τόπος πριν αναγκαστεί να παραδεχτεί το προφανές.
Γιατί από Mounjaro φαίνεται πως μπορούμε να αντέξουμε πολύ.
Από αλήθεια, όμως, διαχρονικά έχουμε αλλεργία.
