Υπάρχουν χώρες που καυχιούνται για τα μνημεία τους. Άλλες για τα πανεπιστήμιά τους, την καινοτομία τους ή το κράτος δικαίου τους. Και υπάρχει και η Ελλάδα. Μια χώρα που, αν ήταν ειλικρινής με τον εαυτό της, θα έπρεπε να αναγνωρίσει ως σημαντικότερο αρχιτεκτονικό της επίτευγμα όχι τον Παρθενώνα, αλλά το αυθαίρετο.

Διότι το αυθαίρετο δεν είναι απλώς ένα κτίσμα. Είναι μια κοσμοθεωρία. Μια φιλοσοφική στάση απέναντι στη ζωή. Ένας τρόπος να κοιτάζεις έναν νόμο και να τον αντιμετωπίζεις όπως αντιμετωπίζεις τις οδηγίες χρήσης ενός φούρνου μικροκυμάτων: χρήσιμες για τους άλλους, προαιρετικές για εσένα.

Στην Ελλάδα, άλλωστε, ποτέ δεν αγαπήσαμε ιδιαίτερα τους κανόνες. Τους θεωρούσαμε πάντοτε κάτι ανάμεσα σε σύσταση και κακόγουστο αστείο. Ο Έλληνας δεν παρανομεί. Αυτοσχεδιάζει. Δεν παραβιάζει τη νομοθεσία. Την ερμηνεύει δημιουργικά. Και όταν το αποτέλεσμα αυτής της δημιουργικότητας αποκτήσει τέσσερις τοίχους, κεραμίδια και θέα στη θάλασσα, τότε μιλάμε πλέον για την κορυφαία μορφή εθνικής τέχνης.

Το αξιοθαύμαστο είναι πως η αυθαιρεσία στη χώρα μας δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως κοινωνικό πρόβλημα. Αντιμετωπίστηκε ως κοινωνική κινητικότητα. Κάποτε οι άνθρωποι ανέβαιναν κοινωνικά μέσω της μόρφωσης. Στην Ελλάδα προτιμήσαμε την προσθήκη ενός επιπλέον ορόφου.

Και κάπως έτσι χτίστηκε μια ολόκληρη κουλτούρα. Όχι πάνω σε θεμέλια από μπετόν, αλλά πάνω στην ακλόνητη πεποίθηση ότι «κάτι θα γίνει». Πρόκειται ίσως για τη δημοφιλέστερη φράση της ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Ένα εθνικό δόγμα που λύνει κάθε πρόβλημα χωρίς να λύνει κανένα.

Χτίζεις παράνομα; Κάτι θα γίνει.

Καταλαμβάνεις αιγιαλό; Κάτι θα γίνει.

Κλείνεις τον ημιυπαίθριο; Κάτι θα γίνει.

Σηκώνεις έναν ολόκληρο όροφο εκεί όπου επιτρέπεται αποθήκη; Κάτι θα γίνει.

Και πράγματι, πάντα κάτι γινόταν.

Το ελληνικό κράτος εξελίχθηκε σε έναν παράξενο συνέταιρο της αυθαιρεσίας. Έπαιζε διαρκώς τον ρόλο του αυστηρού γονέα που απειλεί το παιδί πως θα το τιμωρήσει, αλλά τελικά του αγοράζει παγωτό. Ψήφιζε νόμους, ανακοίνωνε ελέγχους, προειδοποιούσε για κυρώσεις και, λίγα χρόνια αργότερα, ερχόταν η πολυπόθητη «τακτοποίηση». Μια λέξη τόσο ελληνική όσο ο μουσακάς και η φορολογική αμνηστία.

Η «τακτοποίηση» είναι ένα γλωσσικό αριστούργημα. Δεν νομιμοποιείς κάτι παράνομο. Απλώς το τακτοποιείς. Σαν να πρόκειται για ένα ακατάστατο συρτάρι που χρειαζόταν λίγη οργάνωση και όχι για μια βίλα φυτρωμένη μέσα σε δασική έκταση.

Η γλώσσα άλλωστε ήταν πάντοτε το μεγάλο μας καταφύγιο. Όταν δεν μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα, αλλάζουμε τις λέξεις. Δεν έχουμε αυθαίρετα. Έχουμε «πολεοδομικές εκκρεμότητες». Δεν έχουμε παρανομίες. Έχουμε «ιδιαιτερότητες». Δεν έχουμε παραβάσεις. Έχουμε «αποκλίσεις».

Και κάπως έτσι, μέσω της γλωσσικής αισθητικής, η παρανομία αποκτά σχεδόν ποιητική διάσταση.

Αξίζει όμως να θαυμάσει κανείς τη συνέπεια με την οποία η ελληνική κοινωνία αντιμετώπισε το φαινόμενο. Για δεκαετίες ολόκληρες, οι πολίτες και το κράτος συμμετείχαν σε μια ιδιότυπη χορογραφία αμοιβαίας υποκρισίας.

Ο πολίτης προσποιούνταν ότι δεν γνώριζε πως παρανομεί.

Το κράτος προσποιούνταν ότι δεν γνώριζε πως ο πολίτης παρανομεί.

Και οι δύο μαζί προσποιούνταν ότι κάποια στιγμή θα εφαρμοστεί ο νόμος.

Ήταν μια σχέση βασισμένη στην αμοιβαία κατανόηση. Ένας έρωτας σχεδόν.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ελλάδα ο συνεπής πολίτης συχνά αισθάνεται ανόητος. Ενώ εκείνος που παρανομεί αισθάνεται διορατικός. Ο πρώτος ακολουθεί τους κανόνες. Ο δεύτερος ακολουθεί την εμπειρία. Και η εμπειρία του λέει ότι αργά ή γρήγορα θα βρεθεί μια ρύθμιση, μια παράταση, μια εξαίρεση, μια ειδική πρόβλεψη ή μια νέα νομοθετική πρωτοβουλία που θα μετατρέψει το πρόβλημα σε διοικητική λεπτομέρεια.

Η ελληνική πολιτική τάξη φυσικά δεν ανακάλυψε απλώς το πρόβλημα. Ανακάλυψε και την εκλογική του αξία.

Διότι κάθε αυθαίρετο είναι ένας δυνητικός ψηφοφόρος.

Κάθε παράταση μια πολιτική υπόσχεση.

Κάθε τακτοποίηση μια μικρή προεκλογική συγκέντρωση χωρίς μικρόφωνα.

Για δεκαετίες ολόκληρες, οι κυβερνήσεις αντιμετώπιζαν το ζήτημα περίπου όπως αντιμετωπίζει κάποιος μια διαρροή στην οροφή: τοποθετώντας έναν κουβά από κάτω και ελπίζοντας να μη βρέξει πολύ.

Και το πιο παράδοξο είναι ότι όλοι γνώριζαν τι συνέβαινε.

Οι πολεοδομίες το γνώριζαν.

Οι δήμοι το γνώριζαν.

Οι περιφέρειες το γνώριζαν.

Οι υπουργοί το γνώριζαν.

Οι γείτονες το γνώριζαν.

Ο σκύλος της γειτονιάς πιθανότατα το γνώριζε επίσης.

Το μόνο που δεν φαινόταν να το γνωρίζει κανείς ήταν ο ίδιος ο νόμος.

Κι έτσι η χώρα άρχισε να γεμίζει μικρές και μεγάλες εξαιρέσεις. Εξαιρέσεις στους κανόνες, εξαιρέσεις στις εξαιρέσεις και, τελικά, εξαιρέσεις στις εξαιρέσεις των εξαιρέσεων. Σε σημείο που η κανονικότητα κατέληξε να μοιάζει με μια σπάνια και εξωτική κατάσταση.

Όποιος ακολουθούσε πιστά τη νομοθεσία αντιμετωπιζόταν περίπου όπως ένας άνθρωπος που επιμένει να χρησιμοποιεί τηλεφωνικό θάλαμο το 2026. Με σεβασμό ίσως, αλλά και με μια δόση απορίας.

«Γιατί το έκανε;»

«Δεν βρήκε κάποιον να τον συμβουλέψει;»

«Δεν του είπε κανείς ότι υπάρχει πιο εύκολος δρόμος;»

Και κάπου εκεί αρχίζει να αποκαλύπτεται το βαθύτερο πρόβλημα.

Η αυθαιρεσία δεν αφορά μόνο τα κτίρια. Αφορά τη σχέση μας με την έννοια του κοινού χώρου. Τη σχέση μας με την ιδέα ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από το προσωπικό μας συμφέρον. Ότι η παραλία, το δάσος, το πεζοδρόμιο, η πόλη και το περιβάλλον δεν είναι απλώς άδεια οικόπεδα που περιμένουν κάποιον αρκετά τολμηρό να τα αξιοποιήσει.

Στην Ελλάδα, δυστυχώς, η έννοια του «δημόσιου» συχνά αντιμετωπίστηκε σαν μια προσωρινή κατάσταση μέχρι να εμφανιστεί ο κατάλληλος ιδιώτης.

Και έτσι φτάσαμε στο σημείο όπου η αυθαιρεσία έπαψε να είναι εξαίρεση και έγινε παράδοση. Κληροδοτήθηκε από γενιά σε γενιά, σχεδόν με οικογενειακή περηφάνια.

«Αυτό το μπαλκόνι το έκλεισε ο παππούς σου.»

«Αυτή την προσθήκη την έκανε ο πατέρας σου.»

«Αυτόν τον όροφο τον τακτοποίησα εγώ.»

Μια οικογενειακή ιστορία γραμμένη με τούβλα, πρόστιμα και υπουργικές αποφάσεις.

Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, το αυθαίρετο απέκτησε κάτι σχεδόν μεταφυσικό. Έγινε σύμβολο της βαθιάς ελληνικής πεποίθησης ότι οι κανόνες υπάρχουν για να διαπραγματεύονται και όχι για να εφαρμόζονται.

Μέχρι τότε, θα συνεχίσουμε να κλίνουμε τη λέξη όπως κάθε άλλο ελληνικό ουσιαστικό.

Το αυθαίρετο.

Του Αυθαιρέτου.

Ω αυθαίρετω.

Και, δυστυχώς, εις τους αιώνας των αιώνων.