Υπάρχει μια μεγάλη απάτη που πουλιέται εδώ και αιώνες με διαφορετικές συσκευασίες. Άλλοτε τη λένε «ωριμότητα», άλλοτε «σοβαρότητα», άλλοτε «υπευθυνότητα» και άλλοτε «έτσι είναι η ζωή». Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για την τέχνη του να αναβάλλεις τον εαυτό σου μέχρι να μη μείνει τίποτα άλλο να αναβάλεις. Να βάζεις τα όνειρα στο συρτάρι για αργότερα, τις επιθυμίες στο ψυγείο για να μη χαλάσουν και τα συναισθήματα σε λειτουργία αναμονής μέχρι να έρθει η περίφημη «κατάλληλη στιγμή». Μόνο που η κατάλληλη στιγμή είναι σαν τον τέλειο άντρα στα dating apps: όλοι μιλούν γι’ αυτήν, κανείς δεν την έχει συναντήσει πραγματικά.

Έτσι περνούν τα χρόνια. Στα είκοσι λες ότι είσαι μικρός ακόμα και έχεις όλο τον χρόνο μπροστά σου. Στα τριάντα προσπαθείς να χτίσεις τη ζωή σου. Στα σαράντα σε έχουν καταπιεί οι υποχρεώσεις. Στα πενήντα λες ότι είναι αργά για αλλαγές. Στα εξήντα αναπολείς τι θα έκανες αν ήσουν νεότερος. Και κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι όλη σου η ζωή πέρασε περιμένοντας μια συνθήκη που δεν ήρθε ποτέ. Περιμένοντας να ευθυγραμμιστούν τα άστρα, οι λογαριασμοί, οι συγγενείς, οι γείτονες και η κοινή γνώμη ώστε να πάρεις επιτέλους την άδεια να γίνεις ο εαυτός σου.

Από παιδιά μας εκπαιδεύουν να είμαστε αρεστοί. Όχι ευτυχισμένοι. Αρεστοί. Να μη μιλάμε πολύ δυνατά, να μη γελάμε πολύ δυνατά, να μην εκφραζόμαστε πολύ έντονα, να μη θυμώνουμε, να μη διεκδικούμε, να μην ενοχλούμε. Να χαμογελάμε ευγενικά στους ανθρώπους που μας εξαντλούν. Να πηγαίνουμε σε τραπέζια που μας προκαλούν ψυχική εξάντληση. Να κρατάμε σχέσεις από υποχρέωση και όχι από αγάπη. Να συμμετέχουμε σε κοινωνικές παραστάσεις στις οποίες έχουμε πάψει εδώ και χρόνια να πιστεύουμε.

Και όλα αυτά για ποιον; Για τον περίφημο «κόσμο». Αυτόν τον μυθικό οργανισμό που όλοι φοβούνται και κανείς δεν έχει δει ποτέ. Ο κόσμος που θα σχολιάσει αν χωρίσεις, αλλά δεν θα ζήσει τη δυστυχία του γάμου σου. Ο κόσμος που θα κρίνει αν δεν κάνεις παιδιά, αλλά δεν θα ξενυχτήσει ούτε ένα βράδυ στη θέση σου. Ο κόσμος που θα έχει άποψη για τη δουλειά σου, τα κιλά σου, τις επιλογές σου και τον τρόπο που αγαπάς. Ένας κόσμος που ασχολείται τόσο πολύ με τις ζωές των άλλων γιατί δεν αντέχει να κοιτάξει τη δική του.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, πρόκειται για ένα συλλογικό θέατρο παραλόγου. Η Μαρία αγοράζει σπίτι που δεν μπορεί να πληρώσει για να δείξει επιτυχία. Ο Γιώργος παντρεύεται επειδή «ήρθε η ώρα». Η Ελένη κάνει ταξίδια που δεν απολαμβάνει για να ανεβάσει φωτογραφίες. Ο Κώστας αποκτά παιδιά γιατί πιστεύει ότι έτσι πρέπει. Και όλοι μαζί προσπαθούν να εντυπωσιάσουν ανθρώπους που επίσης προσπαθούν να εντυπωσιάσουν άλλους ανθρώπους. Ένα ατελείωτο γαϊτανάκι κοινωνικής ανασφάλειας, στο οποίο κανείς δεν φαίνεται να περνάει πραγματικά καλά.

Κάπου εκεί γεννιέται η μεγάλη τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν είναι ο θάνατος. Είναι το ανεκπλήρωτο. Είναι να φτάσεις σε μια ηλικία και να συνειδητοποιήσεις ότι μέσα σου κατοικούν δεκάδες ζωές που δεν έζησες ποτέ. Έρωτες που δεν τόλμησες. Ταξίδια που δεν έκανες. Όνειρα που εγκατέλειψες. Λέξεις που δεν είπες. Συγγνώμες που δεν ζήτησες. «Σ’ αγαπώ» που έμειναν εγκλωβισμένα στον λαιμό σου μέχρι που έγιναν πέτρα.

Το πιο ύπουλο στοιχείο αυτής της ιστορίας είναι ότι ο φόβος σπάνια εμφανίζεται ως φόβος. Δεν έρχεται ουρλιάζοντας. Έρχεται μεταμφιεσμένος σε λογική. Σου ψιθυρίζει ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Ότι πρέπει να το σκεφτείς καλύτερα. Ότι χρειάζεσαι λίγη περισσότερη ασφάλεια. Λίγη περισσότερη προετοιμασία. Λίγη περισσότερη σιγουριά. Και καθώς εσύ περιμένεις να αισθανθείς έτοιμος, περνούν πέντε, δέκα, δεκαπέντε χρόνια. Μέχρι που κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι η αναμονή δεν ήταν στάδιο της ζωής σου. Ήταν η ίδια σου η ζωή.

Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θυσιάζουν το παρόν για ένα μέλλον που δεν γνωρίζουν καν αν θα υπάρξει. Αποταμιεύουν χρήματα, αποταμιεύουν επιθυμίες, αποταμιεύουν συναισθήματα, λες και υπάρχει κάποια τράπεζα ζωής που θα τους τα επιστρέψει αργότερα με τόκο. Μόνο που η ζωή δεν λειτουργεί έτσι. Ό,τι δεν έζησες, χάνεται. Ό,τι δεν είπες, συχνά πεθαίνει μέσα σου. Ό,τι δεν τόλμησες, μετατρέπεται αργότερα σε εκείνο το πικρό «και αν;» που στοιχειώνει τα βράδια των ανθρώπων.

Ας μιλήσουμε όμως και για τη μιζέρια. Όχι τη φτώχεια. Τη μιζέρια. Εκείνη τη συναισθηματική κατάσταση στην οποία έχεις συμβιβαστεί τόσο πολύ με κάτι, ώστε αρχίζεις να το αποκαλείς φυσιολογικό. Τον γάμο που έχει τελειώσει εδώ και χρόνια αλλά συνεχίζεται για τα μάτια του κόσμου. Τη δουλειά που σε διαλύει ψυχικά αλλά την ανέχεσαι επειδή πληρώνει τους λογαριασμούς. Τις φιλίες που έχουν γίνει αγγαρεία. Τις οικογενειακές σχέσεις που λειτουργούν μόνο μέσω ενοχών και υποχρεώσεων.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι όταν κάποιος αποφασίσει να σπάσει αυτή τη μιζέρια, αντί να τον χειροκροτήσουμε, συνήθως τον καταδικάζουμε. Τον λέμε εγωιστή, ανεύθυνο, παρορμητικό ή ανώριμο. Και γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή η ελευθερία των άλλων μάς θυμίζει τις δικές μας φυλακές. Ο άνθρωπος που φεύγει από μια δυστυχισμένη κατάσταση είναι ένας καθρέφτης. Και πολλοί άνθρωποι δεν αντέχουν να κοιτάξουν τον εαυτό τους μέσα σε αυτόν.

Υπάρχει επίσης μια ξεχωριστή κατηγορία ανθρώπων που αξίζει ιδιαίτερη μνεία: οι επαγγελματίες συμβουλάτορες της ζωής των άλλων. Εκείνοι που γνωρίζουν ακριβώς πότε πρέπει να παντρευτείς, πότε να κάνεις παιδιά, πότε να χωρίσεις, πότε να συγχωρήσεις και πότε να θυμώσεις. Άνθρωποι που συχνά δυσκολεύονται να ρυθμίσουν το Wi-Fi στο σπίτι τους αλλά έχουν απόλυτη βεβαιότητα για το πώς πρέπει να διαμορφώσεις την ύπαρξή σου. Η αυτοπεποίθησή τους είναι αξιοθαύμαστη. Η αξιοπιστία τους, λιγότερο.

Η αλήθεια είναι πολύ πιο απλή και πολύ πιο απελευθερωτική. Δεν υπάρχει ένας σωστός τρόπος να ζήσεις. Υπάρχει μόνο ο δικός σου. Μπορεί να θέλεις γάμο. Μπορεί να μη θέλεις. Μπορεί να θέλεις παιδιά. Μπορεί να μη θέλεις. Μπορεί να θέλεις να αλλάξεις καριέρα στα πενήντα ή να ερωτευτείς στα εβδομήντα. Μπορεί να θέλεις να φύγεις σε ένα νησί ή να ζήσεις στο κέντρο μιας θορυβώδους πόλης. Η ζωή δεν είναι διαγωνισμός συμμόρφωσης. Δεν απονέμονται μετάλλια σε όσους ακολούθησαν πιστά το εγχειρίδιο οδηγιών.

Και στο τέλος, όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους, δεν θα σε απασχολεί πόσοι σε ενέκριναν. Δεν θα σε νοιάζει αν ήσουν αρκετά αρεστός ή αρκετά κοινωνικά αποδεκτός. Δεν θα θυμάσαι τα περισσότερα meetings, ούτε τους περισσότερους καβγάδες, ούτε τις περισσότερες υποχρεώσεις. Θα θυμάσαι τις στιγμές που ένιωσες ζωντανός. Τις στιγμές που αγάπησες χωρίς φόβο. Που γέλασες μέχρι δακρύων. Που πήρες μια απόφαση που σε τρόμαζε αλλά σε έκανε να νιώσεις ελεύθερος.

Γι’ αυτό, αν έχετε κάτι να πείτε, πείτε το. Αν αγαπάτε κάποιον, πείτε του το. Αν πρέπει να ζητήσετε συγγνώμη, ζητήστε τη. Αν πρέπει να φύγετε, φύγετε. Αν πρέπει να μείνετε, μείνετε. Και αν υπάρχει κάποιος που σας κάνει συστηματικά τη ζωή δυσκολότερη, μην αισθάνεστε υποχρεωμένοι να τον διατηρείτε στο προσκήνιο μόνο και μόνο επειδή κάποτε απέκτησε πρωταγωνιστικό ρόλο.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, αλλά κυρίως στο τέλος της ζωής, δεν θα σας στοιχειώνουν τα λάθη σας. Θα σας στοιχειώνουν οι αναβολές σας. Τα «ίσως», τα «αργότερα», τα «δεν είναι η στιγμή» και τα «τι θα πει ο κόσμος». Και είναι πραγματικά κρίμα να φύγει ένας άνθρωπος από αυτόν τον κόσμο κουβαλώντας μέσα του μια ολόκληρη ζωή που δεν έζησε ποτέ.

Η ζωή δεν είναι πρόβα. Η αυλαία έχει ήδη ανοίξει. Τα φώτα είναι ήδη αναμμένα. Και όσο περιμένετε την κατάλληλη στιγμή για να αρχίσετε να ζείτε, η παράσταση συνεχίζεται χωρίς εσάς. Και αυτό, περισσότερο από κάθε αποτυχία, είναι ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία όλων.