Υπάρχουν λέξεις που τις χρησιμοποιούμε τόσο συχνά, που καταντούν σαν τα διακοσμητικά μαξιλάρια στον καναπέ. Είναι εκεί, τις βλέπεις κάθε μέρα, αλλά αν εξαφανιστούν, θα το καταλάβεις μετά από τρεις μήνες.
Μία από αυτές τις λέξεις είναι η αξιοπρέπεια.
Αξιοπρέπεια.
Μια λέξη. Μεγάλο το νόημα.
Και συνήθως, όσο πιο πολύ τη διαφημίζεις, τόσο λιγότερη έχεις.
Γιατί η αλήθεια είναι πως όταν είσαι μέσα στα σκατά, δεν το καταλαβαίνεις. Δεν βλέπεις τίποτα. Ούτε τον βούρκο, ούτε τη δυσωδία, ούτε το γεγονός ότι έχεις μετατραπεί σε ένα ανθρώπινο στουπί που σφουγγαρίζει τις ανασφάλειες, τις ανεπάρκειες και τα κόμπλεξ των άλλων. Τα θεωρείς φυσιολογικά. Έτσι γίνεται πάντα. Ο άνθρωπος συνηθίζει τα πάντα.
Συνηθίζει τη φτώχεια.
Συνηθίζει τη μοναξιά.
Συνηθίζει την κακοποίηση.
Συνηθίζει ακόμη και την απώλεια του εαυτού του.
Και το πιο επικίνδυνο δεν είναι ότι συνηθίζει.
Είναι ότι αρχίζει να το υπερασπίζεται.
Εκεί αρχίζει το πραγματικό δράμα.
Γιατί ξαφνικά βρίσκεσαι να εξηγείς γιατί είναι λογικό να δουλεύεις δώδεκα ώρες για μισθό που μετά βίας καλύπτει τα κοινόχρηστα. Να εξηγείς γιατί είναι φυσιολογικό να σε παίρνουν τηλέφωνο στις έντεκα το βράδυ. Να εξηγείς γιατί δεν πειράζει που δεν πήρες άδεια τρία χρόνια. Να εξηγείς γιατί πρέπει να είσαι ευγνώμων. Πάντα ευγνώμων.
Η ευγνωμοσύνη είναι η αγαπημένη λέξη όσων θέλουν να σε εκμεταλλεύονται.
«Να είσαι ευγνώμων που έχεις δουλειά.»
«Να είσαι ευγνώμων που σε εμπιστευόμαστε.»
«Να είσαι ευγνώμων που σε κρατάμε.»
Λες και σου κάνουν χάρη. Λες και βρέθηκαν ξαφνικά απόγονοι του Ωνάση και αποφάσισαν να συντηρήσουν το ταλέντο σου από φιλανθρωπία.
Κάπως έτσι ήμουν και εγώ πριν από ενάμιση χρόνο. Βουτηγμένος στον εργασιακό βούρκο. Ή καλύτερα στα σκατά. Τόσο βαθιά, που είχα αρχίσει να πιστεύω ότι το χρώμα του ουρανού είναι γκρι. Δεν έβλεπα ότι η αξιοπρέπειά μου είχε πάει περίπατο. Και όταν λέω περίπατο, δεν εννοώ μια βόλτα στο Ζάππειο. Εννοώ ότι είχε πάρει αεροπλάνο χωρίς επιστροφή. Είχε μεταναστεύσει. Είχε αλλάξει ήπειρο.
Και εγώ έμενα πίσω να αναρωτιέμαι γιατί αισθάνομαι μόνιμα εξαντλημένος.
Γιατί ξυπνάω κουρασμένος.
Γιατί κοιμάμαι αγχωμένος.
Γιατί κάθε Δευτέρα μοιάζει με κηδεία.
Μέχρι που κάποια στιγμή γίνεται το κλικ.
Το περίφημο κλικ.
Αυτό που όλοι περιγράφουν σαν μια μαγική στιγμή αυτογνωσίας.
Στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου μαγικό. Συνήθως είναι αποτέλεσμα υπερφόρτωσης. Είναι το σημείο που ο εγκέφαλος λέει: «Δεν μπορώ άλλο να δικαιολογώ αυτή τη μαλακία.» Και τότε ξαφνικά αρχίζεις να βλέπεις.
Καθαρά.
Πολύ καθαρά.
Τόσο καθαρά που τρομάζεις.
Βλέπεις τα πράγματα που ανεχόσουν.
Τις συμπεριφορές που συγχωρούσες.
Τις προσβολές που κατάπινες.
Τις υποχωρήσεις που βάφτιζες επαγγελματισμό.
Τις ταπεινώσεις που αποκαλούσες συνεργασία.
Και εκεί αρχίζει το πραγματικό σοκ. Γιατί δεν θυμώνεις μόνο με τους άλλους. Θυμώνεις και με τον εαυτό σου.
Πώς το άφησα;
Πώς το ανέχτηκα;
Πώς έφτασα μέχρι εδώ;
Η απάντηση είναι απλή.
Σιγά σιγά.
Κανείς δεν χάνει την αξιοπρέπειά του σε μία μέρα. Χάνεται όπως βράζει ο βάτραχος.
Λίγο λίγο.
Μία παραχώρηση.
Μία υποχώρηση.
Ένα «δεν πειράζει».
Ένα «ας το αφήσω».
Ένα «μην κάνω θέμα».
Ένα «ας κάνω υπομονή».
Και ξαφνικά ανακαλύπτεις ότι η υπομονή έγινε μόνιμη διεύθυνση κατοικίας.
Η κοινωνία, βέβαια, λατρεύει αυτούς τους ανθρώπους.
Τους βολικούς.
Τους σιωπηλούς.
Τους πρόθυμους.
Τους ανθρώπους που καταπίνουν τα πάντα χωρίς να μιλούν.
Είναι οι αγαπημένοι όλων.
Μέχρι τη στιγμή που θα αποφασίσουν να αποκτήσουν ξανά αξιοπρέπεια.
Τότε μεταμορφώνονται αυτομάτως σε αχάριστους. Ξαφνικά είσαι δύσκολος. Παράλογος. Υπερευαίσθητος. Αλαζόνας.
Έχεις αλλάξει.
Φυσικά και έχεις αλλάξει. Αυτό ακριβώς είναι το νόημα.
Δεν μπορείς να βγεις από τον βούρκο και να παραμείνεις λασπωμένος.
Η αλλαγή είναι το φυσικό επακόλουθο της διάσωσης. Αλλά οι άνθρωποι δεν αγαπούν την εξέλιξη των άλλων. Αγαπούν την εξυπηρέτηση των άλλων. Και όσο τους εξυπηρετείς, είσαι υπέροχος. Όταν σταματήσεις, γίνεσαι πρόβλημα. Κάπου εκεί αρχίζει και η μεγάλη κωμωδία.
Γιατί ξαφνικά βλέπεις όλους εκείνους τους επαγγελματικούς γκουρού του LinkedIn. Τους προφήτες της εταιρικής κουλτούρας. Τους σαμουράι του teamwork. Τους μοναχούς της παραγωγικότητας. Αυτούς που ανεβάζουν κάθε πρωί φωτογραφία με καπουτσίνο και γράφουν: «Success is a mindset.»
Φυσικά. Όπως και η πείνα είναι ένα mindset.
Και ο λογαριασμός της ΔΕΗ είναι mindset. Και το burnout είναι mindset. Όλα είναι mindset όταν πληρώνεσαι αρκετά ώστε να μην σε αφορούν. Η σύγχρονη αγορά εργασίας έχει ανακαλύψει κάτι εκπληκτικό. Πως μπορεί να βαφτίζει την εκμετάλλευση με πιο ελκυστικά ονόματα.
Δεν είσαι υπάλληλος.
Είσαι οικογένεια.
Δεν δουλεύεις υπερωρίες.
Δείχνεις πάθος.
Δεν σε ξεζουμίζουν.
Επενδύουν στην εξέλιξή σου.
Δεν σε πιέζουν.
Σε προκαλούν να ξεπεράσεις τον εαυτό σου.
Είναι σαν να σε χαστουκίζει κάποιος και να σου λέει ότι κάνει facial massage. Και κάπου εκεί έρχεται η στιγμή της απελευθέρωσης.
Το μεγάλο «ως εδώ».
Το σημείο όπου τα κάνεις όλα ώπα. Όχι επειδή έγινες ήρωας. Όχι επειδή απέκτησες ξαφνικά υπερδυνάμεις. Αλλά επειδή κουράστηκες.
Η κούραση είναι συχνά πιο επαναστατική από το θάρρος. Όταν φτάσεις στα όριά σου, δεν ψάχνεις πια δικαιολογίες. Ψάχνεις έξοδο κινδύνου. Και όταν βγεις έξω… Αχ, όταν βγεις έξω. Τότε αρχίζει το πιο ενδιαφέρον μέρος:
Η απόσταση.
Η απόσταση είναι ο μεγαλύτερος ψυχολόγος του κόσμου. Αυτή σου δείχνει τι πραγματικά συνέβαινε. Αυτή ξεγυμνώνει τα ψέματα. Αυτή αποκαλύπτει τους ρόλους. Αυτή φωτίζει τις παγίδες.
Και τότε βλέπεις πόσο μικρός είχες γίνει για να χωρέσεις στις απαιτήσεις άλλων ανθρώπων.
Πόσο είχες μαζέψει τον εαυτό σου.
Πόσο είχες λειάνει τις γωνίες σου.
Πόσο είχες ακυρώσει τις ανάγκες σου.
Μόνο και μόνο για να χωράς.
Να χωράς σε ένα περιβάλλον.
Σε μια δουλειά.
Σε μια κατάσταση.
Σε μια φυλακή που ονόμαζες κανονικότητα.
Και ξαφνικά αναπνέεις.
Κανονικά.
Χωρίς κόμπο στο στομάχι.
Χωρίς φόβο.
Χωρίς εκείνη τη μόνιμη εσωτερική ένταση που είχες βαφτίσει καθημερινότητα. Και τότε καταλαβαίνεις κάτι συγκλονιστικά απλό.
Η αξιοπρέπεια δεν είναι πολυτέλεια.
Δεν είναι μπόνους.
Δεν είναι προνόμιο.
Δεν είναι εταιρική παροχή.
Δεν είναι δώρο.
Είναι η βάση.
Το θεμέλιο.
Το ελάχιστο.
Το απολύτως απαραίτητο.
Και όταν το χάσεις, δεν χάνεις απλώς τον σεβασμό των άλλων. Χάνεις τον σεβασμό προς τον εαυτό σου. Αυτό είναι το πραγματικό κόστος. Γι’ αυτό σήμερα, κάθε φορά που ακούω κάποιον να λέει «κάνε λίγο υπομονή ακόμα», χαμογελάω. Γιατί ξέρω ότι η υπομονή είναι εξαιρετική αρετή. Μέχρι να γίνει μόνιμη κατοικία.
Μετά μετατρέπεται σε φυλακή.
Και κάθε φορά που ακούω τη λέξη «αξιοπρέπεια», δεν σκέφτομαι μεγαλόστομες δηλώσεις. Δεν σκέφτομαι βαρύγδουπα αποφθέγματα. Δεν σκέφτομαι αναρτήσεις αυτοβελτίωσης με ηλιοβασιλέματα. Σκέφτομαι κάτι πολύ πιο απλό:
Έναν άνθρωπο που κοιτάζεται στον καθρέφτη και αναγνωρίζει αυτόν που βλέπει. Έναν άνθρωπο που δεν χρειάζεται να απολογηθεί για τα όριά του. Έναν άνθρωπο που δεν φοβάται να πει «όχι». Έναν άνθρωπο που ξέρει ότι καμία δουλειά, κανένας τίτλος, κανένα αφεντικό και καμία δήθεν ευκαιρία δεν αξίζει περισσότερο από την ψυχική του ισορροπία. Και αν υπάρχει ένα μάθημα που άφησε πίσω του εκείνος ο βούρκος πριν από ενάμιση χρόνο, είναι αυτό:
Όταν είσαι μέσα στα σκατά, δεν τα βλέπεις.
Όταν βγεις έξω, τα μυρίζεις από χιλιόμετρα.
Και τότε ορκίζεσαι πως, όσο περνάει από το χέρι σου, δεν θα ξαναμπείς μέσα. Όχι γιατί έγινες σπουδαίος. Αλλά γιατί θυμήθηκες κάτι που είχες ξεχάσει:
Την αξία σου.
Και μαζί με αυτήν, την αξιοπρέπειά σου.
