Ζούμε σε μια φανταστική επαρχιακή πόλη. Τόσο φανταστική, που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε πόλη. Τόσο φανταστική, που μοιάζει επικίνδυνα αληθινή.
Μια πόλη όπου όλοι γνωρίζουν τα πάντα.
Γνωρίζουν ποιος χτίζει βίλες που δεν δικαιολογούνται από κανέναν μισθό. Γνωρίζουν ποιος πουλάει «πραμάτεια» που δεν περνάει από ταμειακή μηχανή. Γνωρίζουν ποιος καλλιεργεί φυτά που δεν προορίζονται για σαλάτα. Γνωρίζουν ποιος μεθάει και γίνεται τέρας όταν κλείνει η πόρτα του σπιτιού του. Γνωρίζουν ποιος τρομοκρατεί τη γυναίκα του. Γνωρίζουν ποια ξεσπάει πάνω στα παιδιά της όλη την πίκρα της ζωής της. Γνωρίζουν ποιος πλησιάζει ανήλικα με τρόπους που κάνουν το στομάχι να δένεται κόμπος.
Τα γνωρίζουν όλα.
Και αυτό είναι το εντυπωσιακό.
Όχι ότι υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι.
Τέτοιοι άνθρωποι υπήρχαν πάντα και θα υπάρχουν πάντα.
Το εντυπωσιακό είναι ότι υπάρχουν ολόκληρες κοινωνίες που λειτουργούν σαν να μην υπάρχουν.
Στην πόλη αυτή, η πληροφορία ταξιδεύει με ταχύτητα φωτός. Ένα ζευγάρι να χωρίσει και σε δέκα λεπτά το ξέρουν μέχρι και τα περιστέρια της πλατείας. Μια κοπέλα να εμφανιστεί με καινούργιο σύντροφο και πριν τελειώσει ο καφές της έχουν ήδη γίνει τρία οικογενειακά συμβούλια και δύο κοινωνικές αναλύσεις.
Η πόλη γνωρίζει ποιος πήγε διακοπές, ποιος χρωστάει στην τράπεζα, ποιος έκανε αισθητική επέμβαση, ποιος έβαψε το σπίτι του και ποιος έφαγε ψάρι την Καθαρά Δευτέρα αντί για λαγάνα.
Η πόλη ξέρει τα πάντα.
Εκτός από τα εγκλήματα.
Εκεί παθαίνει ξαφνικά αμνησία.
Εκεί μετατρέπεται σε κοινότητα μοναχών που έχουν δώσει όρκο σιωπής.
Εκεί αρχίζουν τα μεγάλα λόγια.
«Δεν ξέρω τι γίνεται μέσα σε ένα σπίτι.»
«Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος.»
«Δεν θέλω να μπλέκω.»
«Δεν είναι δική μου δουλειά.»
Αυτή η τελευταία φράση αξίζει να μπει σε μαρμάρινη πλάκα στην είσοδο της πόλης.
Δεν είναι δική μου δουλειά.
Η επίσημη θρησκεία της ελληνικής κοινωνικής υποκρισίας.
Ένα παιδί μπορεί να ζει μέσα στον τρόμο.
Δεν είναι δική μου δουλειά.
Μια γυναίκα μπορεί να καταλήγει κάθε βράδυ με μελανιές.
Δεν είναι δική μου δουλειά.
Ένας ανήλικος μπορεί να κινδυνεύει.
Δεν είναι δική μου δουλειά.
Μέχρι να γίνει πρωτοσέλιδο.
Τότε, ξαφνικά, γίνεται δουλειά όλων.
Τότε εμφανίζονται οι ειδικοί.
Οι άνθρωποι που δεν μίλησαν ποτέ, μεταμορφώνονται σε αναλυτές εγκληματολογίας.
Οι άνθρωποι που δεν κατήγγειλαν ποτέ τίποτα, μεταμορφώνονται σε υπερασπιστές της ηθικής.
Οι άνθρωποι που έπιναν καφέ με τον θύτη για χρόνια, μεταμορφώνονται σε ανθρώπους που «πάντα είχαν καταλάβει τι άνθρωπος ήταν».
Και αρχίζει το αγαπημένο εθνικό σπορ.
Το «εγώ τα έλεγα».
Αυτή η φράση ακούγεται μετά από κάθε τραγωδία.
«Εγώ τα έλεγα.»
«Το ξέραμε όλοι.»
«Φαινόταν.»
«Δεν έπεσα από τα σύννεφα.»
Πραγματικά αξιοθαύμαστο.
Γιατί αν το ξέρατε όλοι, τότε προκύπτει ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα.
Πού ακριβώς ήσασταν όταν έπρεπε να μιλήσετε;
Διότι η γνώση χωρίς πράξη δεν είναι αρετή. Είναι συνενοχή.
Και αυτό είναι το σημείο που συνήθως ενοχλεί.
Η κοινωνία αγαπά να χωρίζει τους ανθρώπους σε θύτες και θύματα. Είναι μια βολική διάκριση. Καθαρή. Τακτοποιημένη.
Στην πραγματικότητα όμως υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία.
Οι θεατές.
Οι άνθρωποι που βλέπουν.
Οι άνθρωποι που ακούν.
Οι άνθρωποι που γνωρίζουν.
Οι άνθρωποι που σχολιάζουν.
Οι άνθρωποι που ψιθυρίζουν.
Οι άνθρωποι που κουτσομπολεύουν.
Οι άνθρωποι που περιμένουν.
Περιμένουν πάντα κάτι.
Να μιλήσει κάποιος άλλος.
Να πάρει άλλος το ρίσκο.
Να εκτεθεί άλλος.
Να αναλάβει άλλος την ευθύνη.
Να γίνει άλλος ο κακός της υπόθεσης.
Γιατί η σιωπή είναι βολική.
Δεν χαλάει φιλίες.
Δεν χαλάει συγγένειες.
Δεν δημιουργεί εχθρούς.
Δεν απειλεί κοινωνικές ισορροπίες.
Δεν αναγκάζει κανέναν να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη.
Η σιωπή είναι ένα εξαιρετικά άνετο έπιπλο.
Κάθεσαι πάνω της χρόνια.
Μέχρι να καταρρεύσει.
Και τότε όλοι κάνουν ότι δεν γνώριζαν πόσο σαθρή ήταν.
Υπάρχει μάλιστα μια ιδιαίτερη μορφή υποκρισίας που ανθίζει σε τέτοιες κοινωνίες.
Η λατρεία του «καλού ανθρώπου».
Όχι του σωστού ανθρώπου.
Του καλού ανθρώπου.
Του ανθρώπου που δεν δημιουργεί προβλήματα.
Του ανθρώπου που δεν ταράζει τα νερά.
Του ανθρώπου που χαμογελάει σε όλους.
Του ανθρώπου που κάνει πως δεν βλέπει.
Στις μικρές κοινωνίες συχνά θεωρείται πιο επικίνδυνος εκείνος που καταγγέλλει από εκείνον που κακοποιεί.
Ο καταγγέλλων χαλάει την ησυχία.
Ο θύτης απλώς υπάρχει.
Ο πρώτος δημιουργεί ένταση.
Ο δεύτερος συνήθως είναι «καλό παιδί».
«Χαιρετάει.»
«Βοηθάει στις γιορτές.»
«Πάει στην εκκλησία.»
«Δεν μου είχε δώσει ποτέ δικαιώματα.»
Σαν να είναι η κακοποίηση θέμα ευγένειας.
Σαν να υπάρχει κάποιο πρωτόκολλο που λέει ότι ο βίαιος άνθρωπος οφείλει να ενημερώνει τους γείτονες για τις δραστηριότητές του.
Η αλήθεια είναι πολύ πιο άβολη.
Οι περισσότεροι θύτες δεν μοιάζουν με τέρατα.
Μοιάζουν με κανονικούς ανθρώπους.
Και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται θάρρος για να τους αντιμετωπίσεις.
Αλλά το θάρρος είναι ακριβό προϊόν.
Ειδικά σε κοινωνίες που έχουν μάθει να επιβραβεύουν τη σιωπή.
Και έτσι η πόλη συνεχίζει να λειτουργεί.
Κανονικά.
Τα μαγαζιά ανοίγουν.
Οι καφέδες σερβίρονται.
Οι καμπάνες χτυπούν.
Τα πανηγύρια οργανώνονται.
Οι φωτογραφίες ανεβαίνουν στα κοινωνικά δίκτυα.
Όλα μοιάζουν φυσιολογικά.
Μόνο που κάτω από την επιφάνεια υπάρχει μια συλλογική συμφωνία.
Μια άτυπη συνθήκη.
«Ξέρουμε, αλλά δεν ξέρουμε.»
«Βλέπουμε, αλλά δεν βλέπουμε.»
«Ακούμε, αλλά δεν ακούμε.»
Μια κοινωνία που εκπαιδεύεται καθημερινά στην επιλεκτική τύφλωση.
Και ύστερα έρχεται η στιγμή που δεν μπορεί πια να κρυφτεί τίποτα.
Ένα παιδί μιλάει.
Μια γυναίκα ξεφεύγει.
Ένας μάρτυρας εμφανίζεται.
Ένα βίντεο κυκλοφορεί.
Μια υπόθεση φτάνει στα δικαστήρια.
Και τότε αρχίζει το μεγάλο θέατρο.
Οι ίδιοι άνθρωποι που χθες σιωπούσαν, σήμερα αγανακτούν.
Οι ίδιοι που έλεγαν «δεν είναι δική μου δουλειά», σήμερα ζητούν δικαιοσύνη.
Οι ίδιοι που έσκυβαν το κεφάλι, σήμερα σηκώνουν το δάχτυλο.
Ξαφνικά όλοι είναι σοκαρισμένοι.
Η αγαπημένη λέξη της υποκρισίας.
Σοκ.
Πάντα σοκ.
Χρόνια γνώριζαν.
Χρόνια άκουγαν.
Χρόνια έβλεπαν.
Αλλά τώρα είναι σοκαρισμένοι.
Η κοινωνία μας έχει αναγάγει το σοκ σε πλυντήριο συνειδήσεων.
Λες «σοκαρίστηκα» και νιώθεις ότι ξέπλυνες τη συμμετοχή σου.
Λες «ποιος να το περίμενε» και εξαφανίζεις χρόνια αδράνειας.
Λες «δεν ήξερα ότι ήταν τόσο σοβαρό» και η ευθύνη μεταφέρεται κάπου αλλού.
Πάντα κάπου αλλού.
Ποτέ στον καθρέφτη.
Κι όμως, οι κοινωνίες δεν καταστρέφονται μόνο από τους ανθρώπους που κάνουν κακό.
Καταστρέφονται και από εκείνους που μετατρέπουν το κακό σε καθημερινό θόρυβο.
Σε κάτι συνηθισμένο.
Σε κάτι αναμενόμενο.
Σε κάτι που «συμβαίνει».
Γιατί το μεγαλύτερο σκάνδαλο δεν είναι ότι υπάρχουν βίαιοι άνθρωποι.
Το μεγαλύτερο σκάνδαλο είναι ότι πολλές φορές υπάρχουν ολόκληρες κοινότητες που προσαρμόζονται στην ύπαρξή τους.
Που μαθαίνουν να ζουν γύρω από αυτούς.
Να τους δικαιολογούν.
Να τους ανέχονται.
Να τους εξυπηρετούν.
Να τους συγχωρούν προκαταβολικά.
Και μετά να πέφτουν από τα σύννεφα.
Ίσως τελικά η πιο επικίνδυνη μορφή σιωπής δεν είναι εκείνη που γεννιέται από τον φόβο.
Τον φόβο μπορείς να τον καταλάβεις.
Η πιο επικίνδυνη είναι εκείνη που γεννιέται από τη συνήθεια.
Από την πεποίθηση ότι κάποιος άλλος θα κάνει αυτό που πρέπει.
Ότι κάποιος άλλος θα μιλήσει.
Ότι κάποιος άλλος θα επέμβει.
Ότι κάποιος άλλος θα αναλάβει την ευθύνη.
Μέχρι που τελικά δεν μιλάει κανείς.
Και τότε το κακό μεγαλώνει μέσα στη σιωπή σαν φυτό που ποτίζεται καθημερινά.
Όχι από την αγάπη.
Αλλά από την ανοχή.
Κι έτσι η φανταστική μας πόλη συνεχίζει να υπάρχει.
Με τους νοικοκυραίους της.
Με τις κουρτίνες της.
Με τις πλατείες της.
Με τα καφενεία της.
Με τα μυστικά της.
Και πάνω απ’ όλα με την αγαπημένη της φράση:
«Εμείς τα ξέραμε.»
Μόνο που κάποια στιγμή πρέπει να παραδεχτούμε μια σκληρή αλήθεια.
Το να ξέρεις δεν είναι αρετή.
Το να μιλάς όταν πρέπει, είναι.
Και καμιά κοινωνία δεν έγινε καλύτερη από τους ανθρώπους που ήξεραν.
Έγινε καλύτερη από τους λίγους που αρνήθηκαν να σιωπήσουν.
Την πόλη αυτή θα την ονομάσω Άμφισσα!
