Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέσαι αν η ανθρωπότητα προοδεύει πραγματικά ή αν απλώς έμαθε να συσκευάζει την ανοησία της σε πιο ακριβές συσκευασίες. Κοιτάζεις γύρω σου και βλέπεις τεχνητή νοημοσύνη, διαστημικά προγράμματα, χειρουργικές επεμβάσεις που πραγματοποιούνται με ακρίβεια χιλιοστού και εφαρμογές που μπορούν να σου φέρουν φαγητό στην πόρτα πριν καν αποφασίσεις τι θέλεις να φας. Και έπειτα ανοίγεις τα κοινωνικά δίκτυα ή συμμετέχεις σε μια τυχαία συζήτηση σε παρέα και συνειδητοποιείς ότι η ανθρώπινη μαλακία όχι μόνο δεν εξαφανίστηκε, αλλά έχει πλέον αποκτήσει δημόσιες σχέσεις, λογότυπο, στρατηγική επικοινωνίας και ένα στρατό από φανατικούς υποστηρικτές.
Η μαλακία, άλλωστε, είναι ίσως το πιο δημοκρατικό αγαθό στον κόσμο. Δεν κάνει διακρίσεις. Δεν ενδιαφέρεται για φύλο, ηλικία, κοινωνική τάξη ή μορφωτικό επίπεδο. Εμφανίζεται παντού και μάλιστα με αξιοθαύμαστη συνέπεια. Εκεί που η ευφυΐα απαιτεί κόπο, μελέτη, αυτοκριτική και συνεχή προσπάθεια, η μαλακία προσφέρεται δωρεάν, χωρίς προϋποθέσεις και με απεριόριστη διαθεσιμότητα. Είναι το μόνο προϊόν που καταναλώνεται μαζικά χωρίς καμία οικονομική κρίση να μπορεί να επηρεάσει τη ζήτησή του.
Το πιο εντυπωσιακό, όμως, δεν είναι η ύπαρξη της μαλακίας. Αυτή υπήρχε ανέκαθεν. Το πραγματικά εντυπωσιακό είναι η αυτοπεποίθηση με την οποία πλέον κυκλοφορεί. Κάποτε ο ανενημέρωτος άνθρωπος είχε τουλάχιστον την αίσθηση ότι ίσως δεν γνωρίζει κάτι. Σήμερα η άγνοια περπατά με ύφος καθηγητή πανεπιστημίου και εκφράζεται με τη βεβαιότητα ανθρώπου που μόλις κατέβηκε από το Σινά κρατώντας τις νέες πλάκες του Μωυσή.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η γνώμη απέκτησε μεγαλύτερη αξία από τη γνώση. Δεν έχει σημασία αν έχεις διαβάσει, αν έχεις μελετήσει, αν έχεις ασχοληθεί σοβαρά με ένα αντικείμενο. Αρκεί να έχεις άποψη. Και όχι απλώς άποψη. Οφείλεις να την εκφράζεις διαρκώς. Για την οικονομία, την ιατρική, την ψυχολογία, τη γεωπολιτική, τη διατροφή, την αστροφυσική και, αν περισσέψει χρόνος, για το αν ο Ερμής είναι ανάδρομος και επηρεάζει τις τιμές των ακινήτων.
Η σύγχρονη κοινωνία έκανε ένα τεράστιο λάθος. Μπέρδεψε το δικαίωμα στην έκφραση με την υποχρέωση να ακούμε τα πάντα σαν να έχουν την ίδια βαρύτητα. Φυσικά και ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζεται. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε άποψη είναι εξίσου σοβαρή, χρήσιμη ή λογική. Διότι αν βάλεις στο ίδιο τραπέζι έναν επιστήμονα που έχει αφιερώσει τριάντα χρόνια στη μελέτη ενός αντικειμένου και έναν τύπο που «είδε ένα βίντεο στο TikTok», δεν έχεις δημοκρατία. Έχεις παράσταση επιθεώρησης.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στους γκουρού της εποχής μας. Αυτούς τους ανθρώπους που κατάφεραν να μετατρέψουν την κοινοτοπία σε επάγγελμα. Κυκλοφορούν με βλέμμα βαθυστόχαστο, φωτογραφίζονται μπροστά σε ηλιοβασιλέματα και αναρτούν φράσεις όπως «η αφθονία βρίσκεται μέσα σου», «η ενέργεια επιστρέφει» και «το σύμπαν ακούει». Αν προσπαθήσεις να καταλάβεις τι ακριβώς σημαίνουν όλα αυτά, θα διαπιστώσεις ότι είναι πνευματικό περιτύλιγμα χωρίς περιεχόμενο. Είναι σαν να αγοράζεις ένα πανάκριβο κουτί δώρου και να ανακαλύπτεις ότι μέσα έχει μόνο αέρα.
Και όμως, αυτά τα μηνύματα καταναλώνονται με θρησκευτική ευλάβεια. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι τα μοιράζονται, τα αναπαράγουν και τα αντιμετωπίζουν σαν σύγχρονες Γραφές. Η λογική έχει αρχίσει να θυμίζει ηλικιωμένο συγγενή που κανείς δεν προσκαλεί πια στις οικογενειακές συγκεντρώσεις γιατί χαλάει το κλίμα λέγοντας δυσάρεστες αλήθειες.
Από την άλλη πλευρά βρίσκονται οι επαγγελματίες της βεβαιότητας. Είναι εκείνοι που γνωρίζουν τα πάντα για τα πάντα. Δεν έχουν αμφιβολίες. Δεν αναθεωρούν. Δεν εξετάζουν εναλλακτικές απόψεις. Ξέρουν. Πάντα. Για όλα. Ο κόσμος μπορεί να αλλάζει καθημερινά, αλλά η αυτοπεποίθησή τους παραμένει σταθερή σαν μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς.
Το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερα γνωρίζει κάποιος, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται πόσα αγνοεί. Αντίθετα, όσο λιγότερα γνωρίζει, τόσο πιο πιθανό είναι να πιστεύει ότι κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Είναι σαν εκείνον τον τουρίστα που περνά δύο μέρες στο Παρίσι και επιστρέφει για να εξηγήσει στους Γάλλους πώς πρέπει να ζουν.
Ακόμη πιο κουραστική είναι η επιθετική μορφή της μαλακίας. Δεν αρκείται στο να υπάρχει. Απαιτεί αναγνώριση. Θέλει χειροκρότημα. Θέλει επιβεβαίωση. Θέλει να της αναγνωρίσεις ίση αξία με τη γνώση, την εμπειρία και τη λογική. Αν τολμήσεις να διαφωνήσεις, μετατρέπεσαι αυτομάτως σε εχθρό του λαού, ελιτιστή, σνομπ ή μέρος κάποιας αόρατης συνωμοσίας.
Και κάπου εκεί αρχίζει η πραγματική εξάντληση. Διότι η ανοησία δεν είναι απλώς ενοχλητική. Είναι ενεργοβόρα. Σε αναγκάζει να αποδεικνύεις συνεχώς τα αυτονόητα. Να εξηγείς ότι η πραγματικότητα δεν αλλάζει επειδή δεν μας αρέσει. Ότι τα γεγονότα δεν είναι θέμα προσωπικής προτίμησης. Ότι η γνώση δεν αποτελεί μορφή καταπίεσης. Και μετά από αρκετό καιρό νιώθεις σαν υπάλληλος εξυπηρέτησης πελατών της κοινής λογικής που εργάζεται ασταμάτητα χωρίς διάλειμμα και χωρίς επιπλέον αμοιβή.
Βέβαια, η μαλακία δεν περιορίζεται στα κοινωνικά δίκτυα. Τη συναντάς παντού. Στα γραφεία, όπου ο πιο άσχετος είναι συνήθως και ο πιο σίγουρος για τις ικανότητές του. Στις παρέες, όπου ο άνθρωπος που διακόπτει τους πάντες θεωρεί τον εαυτό του χαρισματικό συνομιλητή. Στα οικογενειακά τραπέζια, όπου κάποιος θείος αισθάνεται υποχρεωμένος να εξηγήσει στους γιατρούς πώς λειτουργεί η ιατρική και στους οικονομολόγους πώς λειτουργεί η οικονομία.
Υπάρχει μάλιστα και μια ιδιαίτερα επικίνδυνη μορφή μαλακίας: η μαλακία που ντύνεται σοβαρότητα. Αυτή που μιλάει αργά, χρησιμοποιεί δύσκολες λέξεις και δίνει την εντύπωση βαθιάς σκέψης. Αν αφαιρέσεις όμως τις περίτεχνες διατυπώσεις, ανακαλύπτεις ότι το περιεχόμενο είναι τόσο κενό όσο ένα πολυτελές διαμέρισμα που αγοράστηκε αποκλειστικά για φωτογραφίσεις στο Instagram.
Το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσο μπορούμε να τα ανεχτούμε όλα αυτά. Η απάντηση είναι ότι μάλλον τα ανεχόμαστε περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Συχνά συγχέουμε την ευγένεια με την παθητική αποδοχή. Νομίζουμε ότι για να είμαστε καλοί άνθρωποι πρέπει να ακούμε τα πάντα αδιαμαρτύρητα. Όμως η ανεκτικότητα δεν σημαίνει να παραχωρείς χώρο σε κάθε μορφή ανοησίας. Δεν είναι υποχρέωσή μας να αντιμετωπίζουμε κάθε παραλογισμό σαν να πρόκειται για πολύτιμη συνεισφορά στον δημόσιο διάλογο.
Διότι όταν η βλακεία αποκτά το ίδιο κύρος με τη γνώση, όταν η αμάθεια παρουσιάζεται ως αυθεντικότητα και όταν η έλλειψη σκέψης βαφτίζεται «άλλη άποψη», τότε η κοινωνία αρχίζει να λειτουργεί σαν πλοίο όπου οι επιβάτες ψηφίζουν αν ο καπετάνιος ξέρει να διαβάζει χάρτη.
Παρά ταύτα, υπάρχει και μια παρηγοριά. Η μαλακία δεν είναι νέο φαινόμενο. Υπήρχε πάντα. Υπήρχε στην αρχαία αγορά, στα βασιλικά παλάτια, στα καφενεία και στα κοινοβούλια. Η διαφορά είναι ότι σήμερα διαθέτει μεγαλύτερο μικρόφωνο. Η τεχνολογία δεν δημιούργησε περισσότερους ανόητους. Απλώς τους έδωσε καλύτερη κάλυψη δικτύου.
Ίσως λοιπόν το ζητούμενο να μην είναι να εξαλείψουμε τη μαλακία. Αυτό θα ήταν τόσο ρεαλιστικό όσο η προσπάθεια να αδειάσεις τη Μεσόγειο με κουταλάκι του γλυκού. Το ζητούμενο είναι να μη γίνουμε μέρος της. Να διατηρήσουμε την ικανότητα να σκεφτόμαστε, να αμφιβάλλουμε, να μαθαίνουμε και να αναθεωρούμε. Να έχουμε το θάρρος να πούμε «δεν ξέρω» σε έναν κόσμο που ανταμείβει όσους μιλούν ασταμάτητα.
Και πάνω απ’ όλα, να μη χάσουμε το χιούμορ μας. Γιατί το γέλιο είναι ίσως η τελευταία γραμμή άμυνας απέναντι στη γενικευμένη ανοησία. Όταν η πραγματικότητα αρχίζει να θυμίζει φάρσα γραμμένη από σεναριογράφο που έχει εγκαταλείψει κάθε επαφή με τη λογική, το χιούμορ παύει να είναι πολυτέλεια. Γίνεται πράξη αυτοσυντήρησης.
Μέχρι τότε, η Οσία Κεντραρισμένη Μαλακία θα συνεχίσει να βασιλεύει. Θα ποστάρει αποφθέγματα, θα δίνει συμβουλές, θα εκφέρει απόψεις και θα απαιτεί θαυμασμό. Κι εμείς θα συνεχίσουμε να τη συναντάμε παντού: στο γραφείο, στην τηλεόραση, στα κοινωνικά δίκτυα, στις ουρές των τραπεζών και στις συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων.
Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να κρατήσουμε την κρίση μας, την αξιοπρέπειά μας και, κυρίως, το χιούμορ μας. Γιατί αν χάσουμε κι αυτά, τότε δεν θα παρατηρούμε απλώς τη μαλακία γύρω μας.
Θα έχουμε εγκατασταθεί οριστικά μέσα της.
